THEOLOGOI-KRITIS.SCH.GR

Τα Θρησκευτικά στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Κρήτης

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Αρχική Αρθρογραφία Σχόλιο στήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Σχόλιο στήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

E-mail Εκτύπωση

Ἀφορμή γιά τό σημείωμα αὐτό ἀποτελεῖ ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν. Γιά τήν ἀκρίβεια ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς σχολική ἑορτή καί  οἱ πρόσφατες σχετικές ἐγκύκλιοι τοῦ  Ὑπουργείου Παιδείας γιά τήν Πρωτοβάθμια καί τήν Δευτεροβάθμια  Ἐκπαίδευση.

Οἱ ἐγκύκλιοι αὐτές ἀποσαφηνίζουν τά πράγματα γιά τίς δυό βαθμίδες τῆς  Ἐκπαίδευσης. Τά τελευταία χρόνια, κάποιες ὑπουργικές ἀποφάσεις, κάποιες ἑρ- μηνευτικές προσεγγίσεις, μαζί δημοσιεύματα καί ἀνακοινώσεις δημιουργοῦσαν ἕνα τοπίο θολό σχετικά μέ τήν ἑορτή. Διάχυτη ἦταν ἡ προσπάθεια νά ἀνατραπεῖ, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, τό πλαίσιο ἐκεῖνο πού ὅριζε τήν 30η Ἰανουαρίου ὡς σχολική ἑορτή κατά τήν ὁποία δέν γίνονταν μαθήματα καί οἱ μαθητές μέ τούς ἐκπαιδευτικούς προσέρχονταν στήν τελούμενη στό ναό Θεία Λειτουργία. Τό θολό αὐτό τοπίο ἀποκάλυπτε  ὅμως,  μιά βαθύτατη ἀντίθεση ἀνάμεσα σέ ἔνθερμους ὑποστηρικτές τοῦ ἑορτασμοῦ καί σέ ἄλλους πού ἀπό ‘προοδευτικές θέσεις’ ἀρνοῦνταν ἤ δέν ἔβρισκαν νόημα στόν ἑορτασμό, καθώς ἀφετηριακά ἀμφισβητοῦσαν τό θρησκευτικό του περιεχόμενο ἀκόμα καί τήν προσφορά τῶν ἁγίων στά Γράμματα. Καί τοῦτο, σέ μία σθεναρή συμπόρευση μέ συνδικαλιστικούς κύκλους πού προέβαλαν αἰτήματα οἰκονομικῆς ἀποζημίωσης στούς ἐκπαιδευτικούς πού θ’ ἀπασχολοῦνταν στίς σχολικές ἐκδηλώσεις ἤ θά συνόδευαν τούς μαθητές στόν Ἐκκλησιασμό. Οἱ ἐγκύκλιοι ‘τακτοποιοῦν’ τά πράγματα:  Διατηροῦν τό πλαίσιο γιά τήν Πρωτοβάθμια ἐκπαίδευση. Γιά τήν Δευτεροβάθμια  ἡ 30η Ἰανουαρίου ὁρίζεται πλέον ὡς ἀργία. Ἀλλά ὅσοι Σύλλογοι Διδασκόντων ἐπιθυμοῦν νά κάνουν ἐκδηλώσεις ἀφιερωμένες στήν προσφορά τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στά Γράμματα (ἡ ἔμφαση ἐδῶ σκόπιμη), μποροῦν νά τό κάνουν μέ ἀπόφασή τους καί μέ εὐθύνη τους κατά τήν προηγούμενη ἡμέρα.

Ἔτσι, ἐμμέσως πλήν σαφῶς, ἡ ἑορτή ἀπογυμνώνεται ἀπό τό θρησκευτικό της περιεχόμενο. Εἶναι μία ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἁπλῶς ἀργοῦν, δέν ἐργάζονται μαθητές καί ἐκπαιδευτικοί. Ἡ ἀπόδοση, ἐνδεχομένως, τιμῆς στούς Τρεῖς Ἱεράρχες ἀνατίθεται πλέον στούς Συλλόγους τῶν Διδασκόντων. Δέν ἀποτελεῖ ἀναγκαία παράμετρο τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλαισίου. Καί, τούτη ἡ ἀπόδοση τιμῆς ἀναφέρεται μονάχα στήν προσφορά τῶν ἁγίων στά Γράμματα. Ὄχι, βεβαίως, στό συνολικό τους ἔργο ἤ στή σύνολη προσωπικότητά τους, πού τήν συγκροτεῖ ἡ ‘ἐν Χριστῷ’ κατορθωμένη Ἁγιότητα. Βεβαιώνεται ἄλλωστε τοῦτο ἀπό τήν ἐκ τῶν πραγμάτων κατάργηση τοῦ  Ἐκκλησιασμοῦ. Ἡ ἐγκύκλιος τελικῶς ἀποϊεροποιεῖ τήν ἑορτή.

Μετά τό σύντομο αὐτό εἰσαγωγικό σχόλιο, εἶναι ἀπαραίτητη μία εὐρύτερη ἀναφορά μέ κάποιες ἀναγκαῖες προεκτάσεις σέ ὅ,τι ὀνομάζουμε ἑορτή ἤ σχολική ἑορτή.

Ὅταν ἕνας λαός, ἕνα ἔθνος ‘θεσμοθετεῖ’ μία ἑορτή, εἶναι βέβαιο, ὅτι πρώτιστα αὐτή ἡ ἑορτή ἔχει ἀποτελέσει στοιχεῖο μιᾶς προσωπικῆς ἤ καί κοινωνικῆς ἐμπειρίας. Αὐτή ἡ ἔμπειρία ἔχει νά κάνει μέ τό ἦθος καί τήν αὐτοσυνειδησία τῶν ἀνθρώπων, καθενός ξεχωριστά ὡς προσώπων καί ὅλων μαζί ὡς κοινωνίας. Ἡ ἑορτή γίνεται συνεκτικός δεσμός τῆς κοινωνίας. Τό περιεχόμενό της ἑνοποιεῖ τά μέλη σέ μία ἁρμονική συνύπαρξη καί σύναξη, ἡ ὁποία ‘τελετουργικά’, ἀνακαλεῖ στήν μνήμη γεγονότα καί πρόσωπα – ἱερά γεγονότα καί πρόσωπα πλέον τά ὁποία ἀφετηριακά συγκρότησαν τήν πρωταρχική προσωπική καί κοινωνική ἐμπειρία.  Ἡ ἀνάκληση στήν μνήμη τῶν ἱερῶν γεγονότων καί προσώπων ἔχει ἀφ’ ἑνός τιμητικό χαρακτήρα καί, ἀφ ἑτέρου διδακτικό. Τούτη ἡ ἑορταστική λειτουργία πού ἐπαναφέρει καί καθιστᾶ ‘παρόν’ στό ἱστορικό ‘σήμερον’ ὅ, τι συνέβη κάποτε στό παρελθόν, ἀποσκοπεῖ τελικῶς στό νά μεταλαμπαδεύσει στά ἀνθρώπινα πρόσωπα καί στήν κοινωνία τό ἦθος ἐκεῖνο πού εὐαγγελίζονται τά ἑορταζόμενα γεγονότα καί πρόσωπα: Ἦθος ἁγιαστικό καί μαρτυρικό, ἦθος ἡρωϊκό καί θυσιαστικό, ἀρετές καί ἀξίες οἰκουμενικές καί πανανθρώπινες. Τό ἁγιοτόκον καί ἡρωοτόκον παρελθόν φωταγωγεῖ, ὁδοποιεῖ καί ἐνδυναμώνει τόν ἄνθρωπο καί τήν κοινωνία στήν προοπτική ἑνός καλύτερου μέλλοντος.

Ἔτσι, λοιπόν, μέ αὐτές τίς θεμελιώδεις ἀρχές λειτουργοῦσε ἡ θεσμοθέτηση κάθε ἑορτῆς- τηρουμένων τῶν ἰδιαιτεροτήτων-  εἴτε αὐτή εἶχε θρησκευτικό ἤ ἐθνικό ἤ κοινωνικό περιεχόμενο. Προφανῶς καί ὁ νομοθέτης τῆς ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς αὐτές τίς ἀρχές εἶχε (ἤ θἄπρεπε νά ἔχει ) ὅταν καθιέρωνε τίς σχολικές ἑορτές).  Πρέπει νά εἴμαστε ἐδῶ εἰλικρινεῖς: Δέν μποροῦμε νά διακρίνουμε πάντοτε στήν πολιτική πρακτική θεσμοθέτησης ἤ διαχείρισης τοῦ ἑορταστικοῦ πλαισίου καί περιεχομένου, κίνητρα καί σκοπεύσεις ἐναρμονισμένες μέ τίς παραπάνω ἀρχές.  Ἰδιοτελή καί ἰδεολογικά κίνητρα μέ ἀρνητικές ἐπιβολές στό ἐκπαιδευτικό προσωπικό -καί ὄχι μόνο, ἔθεταν ἀργά ἀλλάσταθερά τίς βάσεις γιά τήν ἀλλοίωση καί τόν ἐκφυλισμό τῶν ἑορτῶν  καί γενικά τῶν σχολικῶν ἑορτῶν. Παρά ταῦτα στό βάθος τοῦ προσωπικοῦ ἤ κοινωνικοῦ βιώματος ὑπῆρχε καί ἐκδηλωνόνταν αὐτή ἡ χαρούμενη ἑορταστική ἀπαντοχή καί μέθεξη, ἀκόμα καί ἄν αὐτή δέν ἐκδηλωνόταν ὅπως ἔπρεπε.

Κάποτε, λοιπόν, κάθε ἑορτή ἤ ἐπέτειος εἴχε μέσα της τό στοιχεῖο τῆς ἀπαντοχῆς. Περίμεναν οἱ ἄνθρωποι τήν ἑορτή καί τήν περίμεναν ὄχι μόνο ὡς μία ἀναγκαία ἀνάπαυλα καί ἀνάπαυση  ἀπό τήν βασανιστική καθημερινότητα, ἡ  ὁποία θά ἔβρισκε πάντως τήν πληρότητά της στήν προοπτική μιᾶς χαρούμενης συνάντησης καί συνύπαρξης. Δέν  φρονοῦμε πώς τούτη ἡ ἀπαντοχή ἦταν πάντα καί σέ ὅλες τίς περιπτώσεις καθολική καί ἐνσυνείδητη. Ὅμως διατηροῦμε τήν βιωματική προσωπική βεβαιότητα, ὅτι πράγματι τούτη ἡ ἀναμονή καί μετοχή στά ἑορταστικά δρώμενα ἦταν κάποτε βαθύτερη καί ἐντονότερη ἀπό ὅσο σήμερα. Σήμερα σέ καιρούς μιᾶς γενικότερης πολιτισμικῆς ἀλλοίωσης αὐτά ὅλα ἔχουν ἀλλάξει.  Ἡ ἑορτή γενικότερα προσφέρεται μονάχα γιά ἀνάπαυλα καί ψυχαγωγία. Ἡ σχολική ἑορτή συνοδεύεται ἀπό τήν ‘χαρά’ τῆς ἀπώλειας μαθήματος, ἡ διοργάνωσή της συχνά ἀντιμετωπίζεται φορτικά ὡς πάρεργο. Ὅλα νά γίνουν καί νά τελειώσουν γρήγορα γιά νά ἐξασφαλισθεῖ γιά ὅλους περισσότερος ἐξωσχολικός χρόνος. Ἡ συμμετοχή τῶν μαθητῶν στά ἑορταστικά δρώμενα χωρίς τό ἀπαιτούμενο ἐνδιαφέρον, ὁ λόγος γιά Ἐκκλησιασμό περιορισμένος. Ἡ διαπίστωση εἶναι θλιβερή. Παρά τις φιλότιμες ἐξαιρέσεις, αὐτό πού ἰσχύει εἶναι ἕνας γενικός ἐκφυλισμός τοῦ ἑορταστικοῦ ‘γίγνεσθαι’. Ἄλλα κριτήρια ἀντικαθιστοῦν τίς θεμελιώδεις ἀφετηριακές ἀρχές τοῦ ‘ἑορτάζειν’. Ὑποταγμένοι σ’ αὐτά δημιουργοῦμε μιά κοινωνία πού ἀδυνατεῖ ἤ δέν θέλει νά ἑορτάσει,  μιά κοινωνία πού ἁπλῶς καί κυρίως ἀργεῖ, δέν ἐργάζεται, μιά κοινωνία πού διασκεδάζει ἐκτονωτικά.  Ἄς εἴμαστε, ὅμως,  τίμιοι μέ τούς ἀνθρώπους. Ἡ δυναμική τοῦ συστήματος εἶναι ἐντυπωσιακά ἰσχυρή, κατορθώνει νά ἐπιβληθεῖ στούς ἀνθρώπους, πού ἀνίσχυροι ὄντες μεταπλάθονται εὔκολα γιά νά ὑπηρετήσουν τούς σκοπούς του. Ὕστερα εἶναι ἡ ἐπιβληθεῖσα σκληρή, καθημερινή, καταπιεστική, βασανιστική πραγματικότητα πού ἐπιζητεῖ, δικαιολογημένα ἴσως, κάποιο ἄνοιγμα στήν χαλάρωση, κάποια ἔστω πρόσκαιρη ξεγνοιασιά. Πόσο, ἄραγε, μπορεῖ κανείς να καταδικάσει ὡς πρός αὐτό τόν ἄνθρωπο τοῦ μόχθου, ὅταν ἡ εὐλογημένη ἐργασία του ὡς χαρά καί δημιουργία ἔχει μετατραπεῖ  σέ δουλεία καί καταναγκασμό;

Ἴσως εἶναι ὥρα νά ἀναστοχαστοῦμε, ἀνιχνεύοντας τίς δυνατότητες νά ξαναβρεῖ ἡ σχολική ἑορτή νόημα καί περιεχόμενο. Και, ἴσως, ἀφετηριακή προϋπόθεση νά εἶναι ἡ συμφωνία ὅλων, πώς πρῶτα ἀπ’  ὅλα χρειαζόμαστε τήν ἑορτή γιά τόν σκοπό πού ἐπιτελεῖ καί τό νόημα πού ἔχει, καί πώς, ἡ ἑορτή ὀφείλει νά στηρίζεται στίς θεμελιώδεις ἐκεῖνες ἀρχές πού τήν καθιστοῦν τιμή, χαρά, κοινωνία, διδαχή.  Ἄλλως εἶναι καταδικασμένη νά πορεύεται ἀργά ἀλλά σταθερά ἀπό τόν ἐκφυλισμό στήν θεσμική κατάργηση, ἐπιστέγασμα τελικό τῆς ἐξαφάνισης τοῦ γνήσιου νοήματός της ἀπό τήν ζωή. Μετά τήν συμφωνία αὐτή, πού θα εἶναι καρπός τῆς κοινῆς καί καλῆς θελήσεως, θά εἶναι μᾶλλον πιό εὔκολο νά βρεθοῦν, νά προταθοῦν καί νά ἀποφασισθοῦν τρόποι καί μορφές, πού θά ἀντικαταστήσουν τίς παλιές, ἴσως κάποιες ἄλλες, πού θά συνταιριαστοῦν μέ τίς ὑπάρχουσες, ἐξυπηρετώντας τό σκοπό πού ἔχει τεθεῖ.  Ὅσοι ὁραματίζονται ἕνα Σχολεῖο ἀνοικτό στήν ζωή, στήν ζωή πρῶτα ἀπό ὅλα αὐτῶν γιά τούς ὁποίους ὑφίσταται, ἄς τολμήσουν στήν προοπτική αὐτή, ὅσο καί ἄν γνωρίζουν ἤ καί βιώνουν τήν καθημερινή ἀπαξίωση, τήν καθημερινή ὑποβάθμιση τοῦ Σχολείου, τόν συνεχή ἐργαλειακό προσανατολισμό τῆς παιδείας.

Ἄς ἐπανέλθουμε στήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

Ἡ ἑορτή, ὡς σχολική, ὀφείλουμε νά ὁμολογήσουμε ἔχει ἐν πολλοῖς χάσει τό νόημά της. Καί αὐτό εἶναι ἀναπόφευκτο νά συμβεῖ σέ μιά ἐποχή πού τό ‘πολιτισμικό΄ μοντέλο πού προβάλλεται καί κυριαρχεῖ σημαίνεται ἀπό χρησιμοθηρικά, καταναλωτικά, ἀτομικιστικά καί ἡδονικά πρότυπα, σέ μιά ἐποχή πού ἡ ἴδια ἡ Παιδεία ἔχει χάσει τόν παιδευτικό της προσανατολισμό.  Ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς,  στό σχολικό περιβάλλον, ἀναμένεται ὡς μία ἐπιπλέον ἡμέρα  κατά τήν όποία μαθητές καί ἐκπαιδευτικοί ἀργοῦν. Ὁ λόγος γιά  ἕναν Ἐκκλησιαστικό ἑορτασμό εἶναι περιορισμένος. Πολύ συχνά, αὐτός ὁ Ἐκκλησιαστικός ἑορτασμός προσκρούει στήν ἀπαίτηση προστασίας ἐργασιακῶν δικαιωμάτων, πού πλήττονται ἀπό τήν ἐνδεχόμενη συμμετοχή τῶν ἐκπαιδευτικῶν στόν Ἐκκλησιασμό σέ ἡμέρα ἀργίας. Αὐτή ἡ ἀντίθεση, ἐκφερόμενη  κυρίως ἀπό θέσεις ‘προοδευτικές’ πού ὑποστηρίζουν τήν χειραφέτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό μεταφυσικές αὐθεντίες καί ἀναφορές ἀποκαλύπτουν, ὅτι στό βάθος βρίσκεται ἡ ἄρνηση τῆς ἑορτῆς ὡς ἑορτῆς θρησκευτικῆς και, ὡς τέτοιας, ἀχρείαστης σέ ἕνα σύγχρονο σχολεῖο. Μόνο πού ἡ αὐτονόητη ἐντιμότητα θά ἀπαιτοῦσε ἐδῶ τήν ἀνοικτή παραδοχή, πώς ἀφοῦ ἡ ἑορτή ὡς θρησκευτική δέν ἔχει λόγο στό σχολεῖο,  θἄπρεπε νά ἀπαιτηθεῖ, αὐτή να καθιερωθεῖ ὡς ἡμέρα ἐργασίας καί ὄχι ἀργίας. Τό νά ἀρνιέται κανείς νά ἑορτάσει μία θρησκευτική ἑορτή καί ταυτόχρονα νά τήν προασπίζει ἀπαιτώντας της ὡς ἀργία, αὐτό μᾶλλον προσκρούσει στήν κοινή λογική καί στήν ἐντιμότητα.

Ἄς ἑορτασθοῦν, λοιπόν, κατά τήν ἐγκύκλιο, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὅπου καί ὅπως οἱ Σύλλογοι τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀποφασίσουν, γιά νά ἀναδειχθεῖ ἡ προσφορά τους στά Γράμματα.  Ἐδῶ βεβαιώνεται περίτρανα, τό πόσο ἄσχετοι εἴμαστε μέ τό μεγάλο ἐκεῖνο μυστήριο καί ἄθλημα τῆς Ἁγιότητας. Ἀποκομμένος ὁ ἑορτασμός τῶν ἁγίων ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική του ἀναφορά, ἐξαντλεῖται στήν ἀποδοχή τους ὡς κάποιων ἐπιφανῶν σοφῶν καί λογίων μέ τεράστια συμβολή στά Γράμματα.  Ἀλλά ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός δέν εἶναι ἁπλά σοφοί. Εἶναι πρῶτα καί κυρίως ἅγιοι.  Ὅ,τι ἔδωσαν, στόν κόσμο, στόν πολιτισμό, στόν ἄνθρωπο, στά Γράμματα, τό ἔδωσαν ‘ἐν Χριστῷ καί ἐν ἁγίῳ Πνεύματι’. Γιατί ἦσαν πρῶτα Ἱεράρχες, Λειτουργοί τοῦ Μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἦσαν ἐκεῖνοι πού μέσα ἀπό τήν Εὐχαριστιακή κοινωνία καί μέθεξη, τήν προσευχή καί τήν ἄσκηση – πράγματα δυστυχῶς ἄγνωστα καί δύσκολα γιά τούς σημερινούς ἀνθρώπους- ἀναδείχθηκαν ἀληθινοί φωστῆρες τῆς Οἰκουμένης. Μάρτυρες τῆς παρουσίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν ζωή τοῦ κόσμου, ἀδελφοί καί πατέρες γιά τούς πάσχοντες καί ἐμπερίστατους ἀδελφούς. Καί αὐτή ἡ τεράστια προσφορά τους στά Γράμματα ὑπῆρξε καρπός τῆς ἀπόλυτης πίστης τους στόν Θεό, στίς Θεῖες ἀλήθειες καί τίς ἀρετές ὥστε ἔκαναν τά πάντα γιά νά τίς μεταλαμπαδεύσουν στήν σοφία καί στήν ζωή τοῦ κόσμου, γιά νά γίνει ἡ γνώση και ἡ σοφία τοῦ κόσμου ἀληθινή δοξολογία τοῦ Θεοῦ.  Κάθε, λοιπόν, γνήσιος ἑορτασμός τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἀδιάσπαστος ἀπό τό μυστήριο τῆς ἁγιότητας, πού εἶναι μυστήριο ἐκκλησιαστικό καί λειτουργικό.  Ἡ ἀποφυγή τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἁγιότητας, τελικῶς, ἀποϊεροποιεῖ τήν μνήμη καί τήν τιμή τους καί τήν ὑποβαθμίζει στά ὅρια μιᾶς κοσμικῆς ἐκδήλωσης.

Καί μέσα σέ τούτη τήν ἀπονοηματοδότηση τῆς ἑορτῆς, ὅλα πιά εἶναι εὔκολα. Εὔκολα γιά νά πιάσουν τόπο καί νά ριζώσουν θεωρήσεις ἄκρως ἐκφυλιστικές καί προσβλητικές. Ἀναφερόμαστε ἐδῶ σέ ἐκεῖνον τόν συμπαθητικό ἀσπρομάλλη παππούλη, τόν τροφαντό καί κοκκινοντυμένο πρωτοχρονιάτικο ἅγιο Βασίλη, πού κατεβαίνει ἀπό τήν καμινάδα γιά νά φέρει τά δῶρα στά παιδιά.  Ἀλλά ποιά σχέση ἔχει αὐτός ὁ ἅγιος Βασίλης τῆς πρωτοχρονιᾶς, πού τόν βάλαμε στά πρωτοχρονιάτικα ὄνειρα τῶν παιδιῶν βυθίζοντάς τα σέ ψευδαισθήσεις, μέ ἐκεῖνον τόν ἐκ Καισαρείας ἀσκητικό καί φιλάσθενο γέροντα, πού ἑορτάζεται μαζί μέ τούς δύο ἄλλους γίγαντες τῆς Πίστεως καί τῶν Γραμμάτων τήν 30η Ιανουαρίου;  Ὄχι, δέν ἀρνούμαστε τήν χαρά πού παίρνει τό παιδί μέ τά δῶρα πού τοῦ προσφέρουν αὐτοί πού τά ἀγαποῦν. Ἐκεῖνο πού λέμε εἶναι πώς πρέπει νά προχωρήσουμε πιό πέρα καί νά ἐμφυσήσουμε μέ ἀληθινή ἀγάπη στά παιδιά, καί νά τούς  ποῦμε  πώς ἡ πιό ἀληθινή καί πιό μεγάλη καί πλήρης χαρά εἶναι αὐτή πού ἔχομε, ὄχι ὅταν δεχόμαστε δῶρα τῶν ἄλλων, ἀλλά ὅταν ἐμεῖς δίνουμε τά δῶρα μας γιά νά χαροῦν οἱ ἄλλοι. Ὁ ἐκ Καισαρείας λοιπόν ἅγιος Βασίλειος κομίζει πρός ὅλους μας τούτη τήν χαρά, τήν χαρά πρός τούς ἀδελφούς μας, γιατί ἦταν αὐτός πού δώρισε τά πάντα γιά χάρη τῶν ἀδελφῶν του, για νά τούς δώσει τήν χαρά, νά τούς βγάλει ἀπό τόν καθημερινό πόνο καί τήν δυστυχία.

Στόν κόσμο μας ὁ ἀληθινός ἑορτασμός τῶν ἁγίων φαντάζει ἐπικίνδυνος. Αἰῶνες πολλοί πέρασαν ἀπό τήν ἐποχή πού ἔζησαν οἱ ἅγιοι. Καί ὅμως ἐξακολουθοῦν νά ἀπειλοῦν καί νά ἀντιστέκονται στόν ΄ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου’. Εἶναι ἐπικίνδυνος καί ἀπειλητικός ὁ γνήσιος ἑορτασμός τῶν ἁγίων, γιατί ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τίς αὐταπάτες τοῦ σύγχρονου κόσμου, τίς ἀρχές καί τίς ἐξουσίες πού βασανίζουν καί ἐκμεταλλεύονται τά δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση ὁλόκληρη. Γιατί ἐκθρονίζει τά σύγχρονα ἀγαθά καί τά εἴδωλα πού ἀλλοιώνουν καί ἀποροσανατολίζουν τήν ζωή καί τόν προορισμό τοῦ ἀνθρώπου σέ κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό γιά τό ὁποῖο πλάσθηκε, νά γίνει δηλαδή ὅμοιος ‘κατά χάριν’ μέ τόν Δημιουργό Θεό του.  Ἑορτάζοντας πραγματικά τούς ἁγίους ἀνακαλύπτουμε πώς μέ τό ἀγαπητικό καί φιλάδελφον ἦθος τους ἀντιστρατεύονται τόν ἀτομικισμό, μέ τήν ἀσκητική τους λιτότητα  ἀντιμάχονται τήν ἡδονοθηρία, τήν ἀδηφάγο πλεονεξία καί τόν καταναλωτισμό καί μέ τήν ἀγωνιστικότητά τους ἀντιπαρατίθενται στήν παθητικότητα καί τήν ἀδιαφορία. Μέ τήν σοφία τους διδάσκουν πώς ἡ κάθε γνώση καί ἐπι-στήμη ὀφείλει νά ὑπηρετεῖ  καί νά εὐεργετεῖ τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ἀρνοῦνται κάθε ἐξουσία, γιατί θεωροῦν, πώς ἡ ἀληθινή ἐξουσία εἶναι ἡ διακονία τῶν ἀδελφῶν. Ἀντιστρεύονται κάθε ἐξουσία ὅταν αὐτή ποδηγετεῖ τούς ἀνθρώπους καί λεηλατεῖ τήν ζωή τους. Τό οἰκουμενικό τους πνεῦμα διακηρύσσει μία πανανθρώπινη κοινωνία εἰρήνης, ἰσότητας συναδέλφωσης, χωρίς κοινωνικές διακρίσεις καί ἀποκλεισμούς ἐνάντια σέ κάθε σύγχρονη ἐκδοχή οἰκονομικῆς παγκοσμιοποίησης.

Τιμοῦμε τούς Τρεῖς  Ἱεράρχες  ὄχι ἁπλῶς ὡς ἐπιφανεῖς θεράποντες τῶν Γραμμάτων, ἀλλά κυρίως γι’ αὐτό πού εἶναι, δηλ. ἅγιοι. Διότι ὅ, τι ἄλλο ἦταν, ἔγιναν καί ἔκαναν, τό κατόρθωσαν μέσα ἀπό τήν σθεναρή πίστη τους στόν Τριαδικό Θεό καί τήν ἀπέραντη ἀγάπη τους πρός  Ἐκεῖνον καί πρός τούς ἀδελφούς τους. Στήν δύσκολη ἐποχή μας  εἶναι ἀναγκαία μία ἐξέγερση τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης – μιά πνευματική ἐπανανοηματοδότηση τῆς ζωῆς μέ ἀξίες  καί ἀρετές  πού θά φωταγωγοῦν τόν ἀνθρώπινο δρόμο σέ πράγματα Ὑψηλά καί σπουδαῑα. Νά ἀναζητηθοῦν πρότυπα πού θά διδάξουν καί θά παραδειγματίσουν. Οἱ ἅγιοι Τρεῖς  Ἱεράρχες μποροῦν νά ἀποτελέσουν τά πρότυπα αὐτά καί νά μεταλαμπαδέυσουν ἀξίες καί ἀρετές – αὐτά ὅλα πού τά κερδισαν  ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη τους στόν Θεό. Μία σύγχρονη θεώρηση τῆς Παιδείας καί τῆς ἐκπαίδευσης ὀφείλει νά ἔχει στήν θέση ἐκείνη πού τούς ἀνήκει τούς Τρεῖς ἁγίους, γιά τήν γιγάντια συνεισφορά τους στά Γράμματα ἀλλά πρῶτα καί κύρια γιά τό ἁγιαστικό – μεταμορφωτικό ἦθος πού εὐαγγελίζονται.  Ἔτσι ὁ ἑορτασμός τῶν ἁγίων θά ξαναβρεῖ τό νόημά του – ὅταν δηλ. αὐτό πού ἦσαν καί ἔκαναν οἱ ἅγιοι φανερωθεῖ στούς σημερινούς ἀνθρώπους, γιά νά μπορέσουν ἐκεῖνοι στήν συνέχεια νά τό προσοικειωθοῦν καί νά δώσουν νόημα καί σκοπό, καινούργιο νόημα καί σκοπό στήν ζωή τους, στήν συγκρότηση μιᾶς νέας κοινωνίας, στό κτίσιμο ἑνός νέου πολιτισμοῦ.

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ  2018

Ἰωάννης Κανιολάκης

Θεολόγος- Δ/ντής ΓΕΛ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ

Τελευταία Ενημέρωση στις Δευτέρα, 05 Φεβρουάριος 2018 09:20  

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση