THEOLOGOI-KRITIS.SCH.GR

Τα Θρησκευτικά στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Κρήτης

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Αρχική Αρθρογραφία ΑΠΟΥΣΙΑ - ΠΑΡΟΥΣΙΑ

ΑΠΟΥΣΙΑ - ΠΑΡΟΥΣΙΑ

E-mail Εκτύπωση

ΑΠΟΥΣΙΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑ

(σχόλια στο μυστήριο του θανάτου)

Του Πρωτ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη

Ένα από τα αναπόφευκτα γεγονότα της ζωής  του ανθρώπου είναι ο θάνατος. Είναι ο μόνος σύντροφος του ανθρώπου, που τον συνοδεύει από τότε που θα γεννηθεί κρύβοντας επιμελώς την παρουσία του, ωσότου να έρθει σκληρός και ανάλγητος να πληγώσει καρδιές, να προξενήσει δάκρυα, να βυθίσει στο πένθος ολόκληρες οικογένειες και να κλείσει σπίτια.

Κι όμως, αν και γεννιέται μαζί με τον άνθρωπο και τον ακολουθεί στο κάθε του βήμα, ο άνθρωπος τον αγνοεί πεισματικά. Ακόμη και αν δει το σκοτεινό πρόσωπό του στον διπλανό του, ακόμη και αν χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού του κι αρπάξει ένα συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, τότε μόνο  συνειδητοποιεί την ύπαρξή του κι ύστερα πάλι θα σκύψει με την ίδια αμεριμνησία ν’ απολαμβάνει την πραγματικότητα στις διάφορες μορφές της. Όπως οι όρνιθες που σκαλίζουν αμέριμνες μήπως και βρούνε κανένα σκουλήκι, ωσότου ένα γεράκι ορμήσει κι αρπάξει μια  απ’ αυτές κι ύστερα πάλι με την ίδια όρεξη συνεχίζουν να σκαλίζουν το χώμα. Το ίδιο κι ο άνθρωπος.

Σκύβει, σκαλίζει αχόρταγα και μοχθεί, να μαζέψει χρήματα και κτήματα και δόξες και υποστατικά σαν τον άφρονα πλούσιο της παραβολής κι  ύστερα, όταν έρθει η ώρα του, τ’ αφήνει όλα για το αιώνιο ταξίδι. Παρά ταύτα η ζωή είναι γεμάτη από καθημερινούς θανάτους και αναστάσεις. Γεννιόμαστε και πεθαίνομε κάθε ώρα. Η ζωή και ο θάνατος δεν είναι αντίθετες καταστάσεις, δεν αλληλοσυγκρούονται αλλά συνυφαίνονται. Ολόκληρη η ζωή είναι ένα παιγνίδι θνητότητας και αναστάσεως. Ο απόστολος Παύλος θα το διατυπώσει  πολύ ρεαλιστικά: «…εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο ως άγνωστοι και ασήμαντοι, ὡς ἀποθνήσκοντες και ἰδού ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πὰντα κατέχοντες…»(Β΄ Κοριν.6.9). Αλλά, μήπως κι ο ύπνος δεν είναι μιὰ μορφή θανάτου; Κάθε φορά που κοιμόμαστε το βράδυ είναι σαν να προγευόμαστε του θανάτου και κάθε φορά που ξυπνάμε αισθανόμαστε σαν να έχομε αναστηθεί. Το ίδιο και ο αιώνιος θάνατος είναι ένας ύπνος – μια κοίμηση - που συνεπάγεται μια νέα δημιουργία – μια νέα ανάσταση. Γι’ αυτό και εκείνους που γεύονται θανάτου τους μνημονεύομε ως κοιμηθέντας και τους τόπους της ταφής τους τα λέμε Κοιμητήρια. Ποτέ δεν φοβόμαστε να πάμε για ύπνο κάθε βράδυ, αλλά πηγαίνομε με την βεβαιότητα ότι θα εγερθούμε το επόμενο πρωινό. Εκείνο που μας λείπει στην τελική κοίμησή μας, δηλαδή στον θάνατο,  είναι η βεβαιότητα,  η πίστη ότι θα ακολουθήσει η έγερση, το πρωινό μιας νέας ημέρας.  Μας λείπει, απλά,  η εμπιστοσύνη στα λόγια του Χριστού: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ἰωάν.11.26).

Ο θάνατος δεν είναι το κλείσιμο αλλά το άνοιγμα μιας πόρτας, δεν είναι ένα τέλος αλλά μια αρχή, γι’ αυτό η Εκκλησία μας θεωρεί ως γενέθλια ημέρα της ζωής μας τον θάνατο∙ ο θάνατος είναι μια γέφυρα, όπως ακούμε στο ευαγγέλιο της εξόδιας ακολουθίας ότι, ο κοιμηθείς αδελφός μας «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Και είναι απορίας άξιον για ’μας τους ορθοδόξους χριστιανούς να ευχόμαστε στους συγγενείς των κεκοιμημένων «ζωή σε σας!» Είναι σαν να αγνοούμε τὶ είναι Ζωή. Ζωή  είναι το να υπάρχει κανείς ἐν Χριστῷ, το να πράττει και να πολιτεύεται έν Χριστῷ, και να πιστεύει ότι «ἐάν τε ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν» (Ρωμ.14,8), διαφορετικά έχομε απλώς μια βιολογική υπόσταση, όπως και τα λοιπά ζώα, τα οποία κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται ζώα. Η ευχή που πρέπει να συνοδεύει τους κεκοιμημένους μας είναι να τους ευχόμαστε «καλήν απολογίαν» και «καλόν παράδεισον»! Και σ’ εμάς τους «περιλειπόμενους»(Α΄ Θασσαλ.4.14) να χαρίζει ο Θεός καιρόν μετανοίας, μνήμη θανάτου και προσευχής για την ανάπαυσή τους.

Οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι, η μνήμη του θανάτου είναι αυτή που μας συγκρατεί από την αμαρτία και μας παρακινεί να εργασθούμε τις αρετές. Η μνήμη του θανάτου προξενεί στον πιστό Χριστιανό την υπομονή στην κάθε θλίψη που συναντά. Και γνωρίζει ότι «οὐκ ἔχει ᾦδε μένουσαν πόλιν ἀλλά τὴν  μέλλουσαν ἐπιζητεῖ», και γι' αυτό όχι μόνο δεν γογγύζει στις δοκιμασίες και αδικίες του προσωρινού αυτού κόσμου, αλλά και ευχαριστεί τον Θεό που με τα μέσα αυτά του εξασφαλίζει την ποιότητα της αιωνίας ζωής. Όποιος φιλοσοφεί με βαθύτητα σκέψεως το μυστήριο του θανάτου, αντιμετωπίζει σωστά και όλα τα περιστατικά της ζωής του.

Εκείνο, βέβαια, που μας λυπεί όταν πεθαίνουν πρόσωπα πολύ κοντινά μας είναι η απουσία τους. Αλλά την απουσία τους την αναπληρώνει η παρουσία τους. Η απουσία κάθε πράγματος ανάγεται στις αισθήσεις. Το μάτι θέλει να δει, το χέρι να αγγίσει, το αυτί να ακούσει. Η παρουσία όμως, ανάγεται σε κάτι άλλο ουσιαστικότερο. Ανάγεται στις δομές των έσω αισθήσεων. Οι αγαπημένοι μας άνθρωποι όπου και να βρίσκονται είναι πάντα παρόντες στη συνείδησή μας, στην καρδιά μας και μάλιστα, εξαϋλωμένοι όπως είναι, θωπεύουν ανάλαφρα την ψυχή μας, με νοσταλγικά συναισθήματα και με την προσευχή τους, που πάντοτε, σύμφωνα με την πίστη μας ανταποκρίνεται στη δική μας μνήμη, γι’ αυτό αισθανόμαστε την παρουσία τους τόσο κοντινή σαν να βρίσκονται στο διπλανό δωμάτιο, μόνο που το κλειδί υπάρχει από μέσα.  Ό, τι αγαπάμε δεν πεθαίνει ποτέ.

Όλες αυτές οι σκέψεις, που εκθέσαμε παραπάνω, αποτελούν προϋπόθεση πίστεως, για να γίνει η ζωή μας περισσότερο αυθεντική.  Να δούμε τη ζωή στην πληρότητα και στην οντολογική της υπόσταση. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνον αισθήσεις, υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος μέσα μας ο υπεραισθητός, που αγγίζει το κράσπεδο της φιλανθρωπίας του Θεού, που μας προίκισε με «πνοήν ζωής». Κι αφού μας βοηθάει να ξεπερνάμε τους καθημερινούς θανάτους, με μικρές καθημερινές αναστάσεις, πόσο μάλλον η ευσπλαχνία Του δεν θα μας βοηθήσει να ξεπεράσομε τη πένθιμη στιγμή του δικού μας θανάτου και δεν θα μας δώσει τη χαρά να συνεορτάσομε μαζί Του, «ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων», «ἐν τῇ άνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Του;»

Ο φόβος του θανάτου είναι φόβος για την ίδια τη ζωή. Όποιος φοβάται τον θάνατο έχει ήδη πεθάνει. Αυτός που δεν τον φοβάται πεθαίνει μόνο μια φορά και ένα μόνο πένθος γνωρίζει: το χαροποιόν πένθος. Ιδιαίτερα ο κληρικός που μαζί με το ράσο ντύνεται και την αλουργίδα της χαρμολύπης, η ζωή του είναι μια συνεχής σταυροαναστάσιμη πορεία. Στη σοφία των Γερόντων υπάρχει ένα πολυσήμαντο απόφθεγμα: «΄Όταν πεθάνεις πριν πεθάνεις δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις».  Το να πορεύεσαι στη ζωή χωρίς τον φόβο του θανάτου, αλλά με συνεχή μνήμη θανάτου, είναι ευλογία και χαρά, γιατί αγνοείς τον θάνατο και, αγνοώντας τον, ζης καθημερινά τη χαρά του Θεού, βιώνοντας την αιώνια παρουσία Του. Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ πως το βαθύτερο νόημα της Αναστάσεως του Χριστού πηγάζει από το μυστήριο της σιωπής του Σταυρού της Μεγάλης Παρασκευής. Και μακάριοι όσοι το βιώνουν με σιωπηλό πάθος στο μυστήριο του Σταυρώσιμου και Αναστάσιμου Πάσχα.

 

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση