THEOLOGOI-KRITIS.SCH.GR

ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Αρχική Αξιολόγηση Ζητήματα Αξιολόγησης Οργάνωση τετραμηνιαίου Διαγωνίσματος με ερωτήσεις κλειστού και ανοικτού τύπου

Οργάνωση τετραμηνιαίου Διαγωνίσματος με ερωτήσεις κλειστού και ανοικτού τύπου

E-mail Εκτύπωση

Γενικές αρχές

Για τον προγραμματισμό της γραπτής εξέτασης του τετραμήνου τηρούνται τα προβλεπόμενα στη νομοθεσία για την αξιολόγηση του μαθητή, ως προς τον αριθμό των επιτρεπόμενων διαγωνισμάτων, τη στόχευση της αξιολόγησης, την εξεταστέα ύλη, την προειδοποίηση της εξέτασης, τον χρόνο διεξαγωγής, τη διάρκεια, τον χαρακτήρα, τη δομή, το περιεχόμενο, τη μορφή των ερωτήσεων, τη μοριοδότηση των θεμάτων, τη βαθμολόγηση, τη βαρύτητα του διαγωνίσματος στο πλαίσιο του Τετραμήνου κ.ά.  Για το ζήτημα αυτό είναι χρήσιμες και οι ειδικές οδηγίες που ισχύουν για κάθε μάθημα ξεχωριστά.

Κατά τη διατύπωση των ερωτήσεων, στο προβλεπόμενο διαγώνισμα στο μάθημα των Θρησκευτικών, χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη οι παρακάτω γενικές αρχές:

  • Να δίνονται ακριβείς και σαφείς οδηγίες για το τι χρειάζεται κάνουν οι μαθητές σε κάθε ερώτηση. Λέξεις ή φράσεις δύσκολες ή διφορούμενες πρέπει να αποφεύγονται.
  • ­Λεπτομέρειες και εξεζητημένα θέματα πρέπει επίσης να αποφεύγονται, ιδιαίτερα σε γραπτές εξετάσεις.
  • ­Ο βαθμός δυσκολίας των ερωτήσεων πρέπει να είναι ανάλογος προς το μέσο επίπεδο των μαθητών.
  • ­Οι ερωτήσεις πρέπει να είναι διαφορετικού βαθμού δυσκολίας. Προηγούνται οι εύκολες και ακολουθούν οι πιο δύσκολες.
  • ­Να αποφεύγεται η μετατροπή τίτλων η υπότιτλων των διδακτικών βιβλίων σε ερωτήσεις.
  • ­Σε περίπτωση ανακεφαλαίωσης, οι ερωτήσεις να αναφέρονται σε διαφορετικά σημεία της ύλης που διδάχθηκε και να την καλύπτουν σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο βαθμό.
  • ­Η σειρά με την οποία τίθενται οι ερωτήσεις να είναι διαφορετική από αυτή με την οποία είναι γραμμένη η εξεταζόμενη ύλη στο αντίστοιχο βιβλίο.
  • ­Οι ερωτήσεις να μην ελέγχουν μόνο την απομνημόνευση πληροφοριών, αλλά και άλλες ικανότητες των μαθητών, και κυρίως την κατανόηση των όσων έχουν διδαχθεί, την εφαρμογή τους και την κριτική τους αντιμετώπιση.­
  • Να υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στους στόχους και τη μεθοδολογία της διδασκαλίας και στους στόχους και τη μορφή των ερωτήσεων.­
  • Η χρήση ποικιλίας ερωτήσεων και ο συνδυασμός τους εξασφαλίζουν εγκυρότερη αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών.
  • Μαζί με τις ερωτήσεις χρειάζεται να δίδονται ενδείξεις για τη βαθμολόγηση των ερωτήσεων (μοριοδότηση ερωτήσεων).
  • ­Κάθε εξεταζόμενος έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για τα αποτελέσματα της εξέτασής του και να ζητεί διευκρινίσεις για τον τρόπο αξιολόγησής του.

Ομάδες ερωτήσεων κλειστού και ανοικτού τύπου

Σε κάθε τετράμηνο του Γυμνασίου και του Λυκείου προβλέπεται γραπτή ανακεφαλαιωτική δοκιμασία, με ερωτήσεις που αφορούν σε ευσύνοπτη ενότητα που διδάχθηκε πριν τη διεξαγωγή του διαγωνίσματος. Ειδικότερες πληροφορίες για τη γραπτή δοκιμασία υπάρχουν στη σχετική νομοθεσία για την αξιολόγηση του μαθητή στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Επισημαίνεται ότι στη νομοθεσία παρατίθεται η δομή ενός πλήρους δίωρου διαγωνίσματος για τη περίπτωση που θα εξεταζόταν το μάθημα τις ανακεφαλαιωτικές εξετάσεις του Ιουνίου ή του Σεπτεμβρίου. Το τετραμηνιαίο διαγώνισμα ακολουθεί τις προδιαγραφές αυτής της εξέτασης, όμως, με προσαρμογή του αριθμού και της έκτασης των θεμάτων στην προβλεπόμενη ωριαία διάρκειά του.

Στο διαγώνισμα προβλέπονται δύο ομάδες ερωτήσεων. Στην πρώτη ομάδα αξιοποιούνται ερωτήσεις κλειστού ή αντικειμενικού τύπου (πολλαπλή επιλογή, συμπλήρωση κενού, αντιστοίχιση, ιεράρχηση, σύντομη απάντηση, χαρακτηρισμού ως σωστής ή λανθασμένης κ.ά.), ενώ στη δεύτερη εντάσσονται ερωτήσεις ανοικτού τύπου (ανάπτυξης, κριτικής σκέψης, έκφρασης κλπ.). Οι δύο ομάδες ερωτήσεων χρειάζεται να είναι ισοδύναμες ως προς τη βαθμολογική τους αξία.

Οι ερωτήσεις της πρώτης ομάδας, δηλ. κλειστού ή αντικειμενικού τύπου, συνήθως περιορίζουν την απάντηση του μαθητή σε μια σύντομη και αποκλειστική φράση, μια λέξη ή ένα σύμβολο και διακρίνονται σε δύο ομάδες. Στην πρώτη ανήκουν οι ερωτήσεις συμπλήρωσης της απάντησης. ενώ στη δεύτερη οι ερωτήσεις προσδιορισμού της σωστής απάντησης μεταξύ εκείνων που αναγράφονται στο σχετικό έντυπο (ερωτήσεις του τύπου: σωστό-λάθος, πολλαπλής επιλογής, αντιστοίχισης κλπ.).

Οι ερωτήσεις της πρώτης ομάδας στοχεύουν στον έλεγχο των γνώσεων και της κατανόησής τους. Λόγω του ότι οι ερωτήσεις της πρώτης ομάδας έχουν συνήθως χαμηλότερη στόχευση από τις ερωτήσεις ανάπτυξης, χρειάζεται προσοχή στην επιλογή των κατάλληλων τύπων ερωτήσεων, ώστε η γραπτή δοκιμασία να είναι συμβατή με τον τρόπο της διδασκαλίας της ενότητας, σύμφωνα και με τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα, όπως αυτά ορίζονται στο Πρόγραμμα Σπουδών.

Στη δεύτερη ομάδα εντάσσονται ερωτήσεις ανοικτού τύπου, ανάπτυξης, κριτικής επεξεργασίας, έκφρασης κλπ. Οι ερωτήσεις αυτές προϋποθέτουν την κατανόηση γνώσεων, αλλά προεκτείνουν τη δημιουργικότητα του μαθητή πέρα από την κατανόηση. Συγκεκριμένα, στοχεύουν και ταυτόχρονα ελέγχουν ανώτερες γνωστικές δεξιότητες, όπως είναι η ανάλυση και η σύνθεση δεδομένων, η κριτική προσέγγιση, η επίλυση προβλημάτων, οι αξιολογικές προσεγγίσεις, η δημιουργική έκφραση κ.ά. Στη δεύτερη ομάδα αποφεύγουμε ερωτήσεις αποστήθισης ή ανάκλησης τυπικών πληροφοριών ή απλής παράθεσης τμημάτων του υλικού από το βιβλίο.

Τύποι ερωτήσεων της Ομάδας Α΄

α) Ερωτήσεις επιλογής

Οι ερωτήσεις επιλογής αποτελούνται από μία εισαγωγική ερώτηση ή από μία ασυμπλήρωτη πρόταση, που λέγεται στέλεχος, και από ένα αριθμό απαντήσεων (3 - 4 συνήθως), ανάμεσα από τις οποίες ο εξεταζόμενος καλείται να επιλέξει τη σωστή.

Οι ερωτήσεις επιλογής μπορεί να βασίζονται στην επιλογή μίας σωστής απάντησης από πολλαπλές επιλογές ή και πολλών επιλογών, όταν οι σωστές απαντήσεις είναι πάνω από μία. Χρειάζεται να είναι σαφές, στην εκφώνηση της ερώτησης, εάν η ερώτηση είναι απλής ή πολλαπλής επιλογής ή πολλών επιλογών.

Ο τύπος των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής θεωρείται το καλύτερο είδος των ερωτήσεων αντικειμενικού τύπου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση του βαθμού επίτευξης μεγάλης ποικιλίας διδακτικών στόχων και να διαφοροποιηθεί σημαντικά ως προς τον βαθμό δυσκολίας.

Για τον καλύτερο σχεδιασμό των ερωτήσεων αυτών ο εκπαιδευτικός θα τρέπει να έχει υπόψη του τα παρακάτω:

  • η κάθε ερώτηση πρέπει να περιέχει μόνο μια σωστή απάντηση,
  • ­οι απαντήσεις πρέπει να είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και να αλληλοαποκλείονται,
  • ­όλες οι απαντήσεις πρέπει να φαίνονται πιθανές,
  • ­οι απαντήσεις πρέπει να είναι συντακτικά συνεπείς με το στέλεχος και να είναι παράλληλες μεταξύ τους.

β) Ερωτήσεις συμπλήρωσης κενού

Με τις ερωτήσεις αυτές ζητείται από τον μαθητή να συμπληρώσει μια πρόταση, γράφοντας την απάντηση στο κενό που αφήνεται γι' αυτόν τον σκοπό στο τέλος της ή σημειώνοντας στα ενδιάμεσα κενά της πρότασης τα αναγκαία στοιχεία. Τα στοιχεία που χρειάζεται να συμπληρωθούν δίνονται, συνήθως, στο τέλος της ερώτησης.

Το κυριότερο πρόβλημα στη σύνταξη ερωτήσεων συμπλήρωσης κενού είναι να διατυπωθούν ερωτήσεις, που να δέχονται μία μόνο σωστή απάντηση. Όσο μεγαλώνει ο αριθμός των πιθανών απαντήσεων σε μια ερώτηση, τόσο η βαθμολόγηση γίνεται δυσκολότερη και, παράλληλα, λιγότερο αξιόπιστη. Στην πράξη, οι ερωτήσεις συμπλήρωσης αναφέρονται σε απλούς υπολογισμούς ή σε απλές λεκτικές συσχετίσεις ή σε διάφορα άλλα πληροφοριακά στοιχεία. Για τον λόγο αυτό είναι δύσκολο να ελεγχθεί σ’ αυτού του τύπου τις ερωτήσεις η επίτευξη στόχων ανώτερου επιπέδου.

Στα πλεονεκτήματα των ερωτήσεων αυτών ανήκουν η ευκολία και η ταχύτητα στη διόρθωση, καθώς και η δυνατότητα να εξεταστεί μεγάλο μέρος της εξεταστέας ύλης σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα είδη των αντικειμενικού τύπου ερωτήσεων.

Για την καλύτερη διατύπωση των ερωτήσεων, ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει υπόψη του τα εξής:

  • οι ερωτήσεις να είναι σαφείς και πολύ συγκεκριμένες έτσι ώστε να περιορίζεται η απάντηση σε μία ή δύο συγκεκριμένες λέξεις ή σε μία σύντομη φράση, η οποία να μην μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την ορθότητά της,
  • να αποφεύγεται ο υπερβολικός αριθμός κενών για συμπλήρωση,
  • ­οι προτάσεις να μην προέρχονται αυτολεξεί από το βιβλίο,
  • ­να μην προκύπτει η ορθή απάντηση από τα συμφραζόμενα.

γ) Ερωτήσεις του τύπου: "σωστό-λάθος"

Οι ερωτήσεις του τύπου "σωστό-λάθος" περιλαμβάνουν συνήθως μία πρόταση, την οποία ο εξεταζόμενος καλείται να κρίνει ως ορθή ή λανθασμένη, να απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι, να χαρακτηρίσει κάτι ως γεγονός ή ως δοξασία κλπ.

Τα πλεονεκτήματα των ερωτήσεων του τύπου: σωστό-λάθος είναι:

  • προσαρμόζονται εύκολα στις συνθήκες εξέτασης μιας τάξης,
  • ­μεγάλος αριθμός ερωτήσεων μπορεί να απαντηθεί σε σχετικά μικρό χρόνο,
  • ­η βαθμολόγηση είναι εύκολη και αντικειμενική.

Οι ερωτήσεις του τύπου "σωστό-λάθος" μπορεί να χρησιμοποιηθούν και για τον έλεγχο διδακτικών στόχων που ανήκουν στην κατηγορία της κατανόησης. Στην πράξη όμως η χρήση τους περιορίζεται, συνήθως, στην εξέταση πληροφοριών και συγκεκριμένων γεγονότων. Αιτία είναι το ότι οι ερωτήσεις του τύπου "σωστό-λάθος" πρέπει να βασίζονται σε προτάσεις που είναι αναμφισβήτητα σωστές ή λανθασμένες.

Αντίθετα προς την κοινή αντίληψη οι ερωτήσεις του τύπου "σωστό-λάθος" είναι από τις πιο δύσκολες ως προς τη διατύπωσή τους. Για την καλύτερη διατύπωση των ερωτήσεων αυτού του τύπου ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει υπόψη του τα εξής:

  • να αποφεύγονται, όσο είναι δυνατόν, οι αρνητικές προτάσεις,
  • ­ο αριθμός των σωστών και των λανθασμένων προτάσεων σε μια εξεταστική δοκιμασία πρέπει να είναι περίπου ο ίδιος,
  • ­να αποφεύγονται προτάσεις που περιέχουν γνώμες ή κρίσεις, εκτός αν αναφέρονται σε συγκεκριμένη πηγή (π.χ. εγχειρίδιο).

Σοβαρό μειονέκτημα των ερωτήσεων αυτών είναι η μεγάλη πιθανότητα (50%)

τυχαίας εύρεσης της ορθής απάντησης σε κάποια ερώτηση. Αυτό το μειονέκτημα μπορεί να περιοριστεί, αν η εξεταστική δοκιμασία περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό τέτοιου είδους ερωτήσεων (πάνω από 10 τουλάχιστον). Είναι χρήσιμο όλες οι επιμέρους ερωτήσεις ενός θέματος να έχουν τον ίδιο θεματικό άξονα, δηλ. να αποβλέπουν στην αξιολόγηση ενός συγκεκριμένου θέματος ή ενότητας της διδασκαλίας.

δ) Ερωτήσεις αντιστοίχισης

Ο τύπος της αντιστοίχισης χρησιμοποιείται για την αναγνώριση απλών συσχετισμών και την ταξινόμηση σε κατηγορίες.

Ο τύπος αυτός αποτελείται από δύο ή περισσότερες στήλες, στις οποίες εμπεριέχονται διάφορα στοιχεία, τα οποία καλείται ο εξεταζόμενος να συσχετίσει μεταξύ τους.

Οι απαντήσεις μπορούν να δοθούν και με γραφικό τρόπο, συνδέοντας με γραμμές τα στοιχεία που συσχετίζονται μεταξύ τους.

Όσο αυξάνεται ο αριθμός των στηλών που περιέχει μια ερώτηση τόσο αυξάνεται και η δυσκολία των ερωτήσεων αντιστοίχισης ή σύζευξης.

Η αντιστοίχιση απαιτεί από τους μαθητές μικρό αναγνωστικό χρόνο, κι έτσι μεγάλος αριθμός ερωτήσεων μπορεί να δοθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Η πιθανότητα εύρεσης μεγάλου αριθμού σωστών απαντήσεων στην τύχη περιορίζεται, ενώ η βαθμολόγηση είναι και στην περίπτωση αυτή εύκολη και αντικειμενική.

Ο τύπος αυτός έχει ποικιλία εφαρμογών καθώς μπορεί στις στήλες του να περιληφθούν ονόματα, χρονολογίες, όροι. φράσεις, παραπομπές σε χάρτες ή διαγράμματα κ.ά. Δεν είναι όμως πολύ ευέλικτος. Περιορίζεται στις περιπτώσεις, στις οποίες μπορούν να υπάρξουν σημαντικά στοιχεία που μπορούν να συσχετιστούν κατά τρόπο αντικειμενικό.

Ο σχεδιασμός των ερωτήσεων αντιστοίχισης διέπεται από τις εξής γενικές αρχές:

  • τα στοιχεία κάθε στήλης πρέπει να έχουν ομοιογένεια,
  • ­το κάθε στοιχείο της αρχικής στήλης να επιδέχεται μια και μόνο απάντηση από τα στοιχεία των άλλων στηλών,
  • ­τα στοιχεία των στηλών που συσχετίζονται πρέπει να είναι ανισοπληθή για να αποκλείεται η εύρεση ορθών απαντήσεων με τη διαδικασία της αφαίρεσης.

ε) Ερωτήσεις διάταξης ή ιεράρχησης

Στις ερωτήσεις αυτές ζητείται από τους εξεταζόμενους να τοποθετήσουν σε ορισμένη σειρά στοιχεία που γνωρίζουν ή τους παρέχονται κατά την εξέταση, ακολουθώντας κάποια γενική αρχή.

Π.χ. Βάλτε στη σωστή χρονολογική σειρά τα γεγονότα, ανάλογα με τον χρόνο που συνέβησαν: Αρχιερατική Προσευχή του Χριστού, Μυστικός Δείπνος, Ανάσταση, Σταύρωση, Αποκαθήλωση, Πανηγυρική είσοδος στα Ιεροσόλυμα.

1.......................................................

2.......................................................

3....................... ................................

4.......................................................

5.......................................................

6.......................................................

7.......................................................

Στις ερωτήσεις διάταξης κατατάσσονται συνήθως και ερωτήσεις που ζητούν από τους εξεταζόμενους να τοποθετήσουν λέξεις ή φράσεις στη σωστή σειρά ή στον σωστό τύπο, έτσι ώστε να προκύπτει ένα σωστό κείμενο.

στ. Ερωτήσεις σύντομης απάντησης

Με τις ερωτήσεις σύντομης απάντησης ο εξεταζόμενος καλείται να δώσει μια απάντηση πολύ περιορισμένης έκτασης σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Ο περιορισμός αυτός προέρχεται συχνά από τη φύση της ερώτησης (ζητείται π.χ. ένας ορισμός, ή απλή αναφορά συγκεκριμένων γεγονότων, στοιχείων ή χαρακτηριστικών κλπ.).

Λόγω του ότι οι ερωτήσεις αυτής της μορφής επιδέχονται, συχνά, εκτενέστερη απάντηση, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη διατύπωσή τους και σαφής προσδιορισμός, των στοιχείων που ζητούνται. Συχνά, χρειάζεται να προσδιοριστεί το ανώτατο επιτρεπτό όριο της έκτασης της απάντησης ή να επισημαίνεται ο τρόπος έκθεσης της απάντησης (π.χ. «να αναφέρετε επιγραμματικά τους όρους χωρίς την ερμηνεία τους», «να παραθέσετε τον ορισμό», «να περιγράψετε με μια μία μόνο πρόταση» κλπ.).

Οι ερωτήσεις σύντομης απάντησης εξασφαλίζουν υψηλή αντικειμενικότητα και εγκυρότητα ως προς την αξιολόγηση του βαθμού επίτευξης στόχων που αφορούν στην κατοχή πληροφοριακών στοιχείων.

Τύποι ερωτήσεων της Ομάδας Β΄

α) Ερωτήσεις ανάπτυξης ανοικτού τύπου

Οι ερωτήσεις ανάπτυξης ή τύπου δοκιμίου χρησιμοποιούνται, όταν θέλουμε να δώσει ο μαθητής μια απάντηση σε συνεχή συγκροτημένο λόγο με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες του, να αναλύσει δεδομένα, να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, να αξιολογήσει, να λύσει προβλήματα ή να τα προσεγγίσει με νέο τρόπο.

Τα μειονεκτήματα του σύντομου δοκιμίου είναι τα εξής:

  • Η διόρθωση είναι δύσκολη και χρονοβόρα, ενώ η βαθμολόγηση είναι, από τη φύση των απαντήσεων, υπόθεση υποκειμενικής κρίσης.
  • Η έκταση της διδαγμένης ύλης. την οποία μπορεί να καλύψει μια εξέταση με ερωτήσεις αυτού του τύπου, είναι περιορισμένη.

Ένα σοβαρό πρόβλημα που παρουσιάζει η χρήση των ερωτήσεων ανάπτυξης είναι η εξασφάλιση, αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας στη βαθμολόγηση των απαντήσεων. Συχνά εντοπίζονται αποκλίσεις στη βαθμολόγηση όχι μόνο μεταξύ δύο βαθμολογητών, αλλά και μεταξύ των αξιολογήσεων του ίδιου βαθμολογητή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές για τις ίδιες απαντήσεις.

Η υποκειμενικότητα της βαθμολόγησης αποδίδεται συνήθως στην απουσία ενός προτύπου απάντησης, στην ελλιπή γνώση των επιδιώξεων του μαθήματος, στη διαφορετική ιεράρχηση των στόχων του μαθήματος, στην ακατάλληλη διαδικασία βαθμολόγησης, στην κόπωση του βαθμολογητή και σε άλλους παράγοντες.

β) Ερωτήσεις κρίσης ή κριτικής επεξεργασίας

Ο συνηθισμένος όρος "ερώτηση κρίσης" χρησιμοποιείται υπό ευρεία έννοια και υποδηλώνει κάθε είδους ερώτηση, η οποία δεν απαιτεί απλή μηχανική αναπαραγωγή της διδαχθείσας ύλης.

Τέτοιου είδους ερωτήσεις μπορούν να τίθενται τόσο κατά την προφορική όσο και κατά τη γραπτή εξέταση του μαθητή και αποσκοπούν στο να ελέγξουν τον βαθμό στον οποίο ο μαθητής είναι σε θέση:

α) να διακρίνει τα ουσιώδη από τα επουσιώδη πληροφοριακά στοιχεία,

β) να αναλύει φαινόμενα, γεγονότα ή καταστάσεις και να προσδιορίζει πιθανά αίτια ή κίνητρα και πιθανά αποτελέσματα,

γ) να διατυπώνει δικές του απόψεις βασιζόμενος σε πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται σε ένα ή περισσότερα γνωστικά αντικείμενα,

δ) να συνδυάζει, να αναλύει και να συνθέτει τις πληροφορίες που διαθέτει, και να καταλήγει σε λογικά συμπεράσματα που δεν αναφέρονται μέσα στα διδακτικά βιβλία, ή να διατυπώνει τεκμηριωμένες προσωπικές του θέσεις σχετικές με διάφορα ζητήματα,

ε) να συγκρίνει πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα, αντικείμενα, θεωρίες, τάσεις κλπ. και να βρίσκει μεταξύ τους σχέσεις, ομοιότητες και διαφορές, τις οποίες δεν έχει διδαχθεί,

στ) να βρίσκει λύσεις σε άγνωστες προβληματικές καταστάσεις, η αντιμετώπιση των. οποίων προϋποθέτει την κατοχή συγκεκριμένων γνώσεων και την απόκτηση των αναγκαίων γνωστικών δεξιοτήτων.

Οι ερωτήσεις κρίσης πρέπει να απαιτούν από τον μαθητή να αιτιολογήσει την απάντησή του και να εκθέσει τη λογική πορεία που ακολούθησε για να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα.

Η παιδαγωγική αξία των ερωτήσεων κρίσεων είναι προφανής. Για τον λόγο αυτόν μία τουλάχιστον ερώτηση κρίσης δεν πρέπει να απουσιάζει από κανενός είδους εξεταστική δοκιμασία.

Εξυπακούεται ότι η δυσκολία των ερωτήσεων κρίσης χρειάζεται να ακολουθεί την εξελικτική πορεία της γνωστικής ανάπτυξης του μαθητή και η έκταση των απαιτούμενων απαντήσεων πρέπει να προσαρμόζεται προς τον διαθέσιμο χρόνο.

γ) Ερωτήσεις επεξεργασίας κειμένων ή έργων τέχνης

Στα Θρησκευτικά δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης της μάθησης μέσα από τη διερεύνηση κειμένων ή ακόμη και έργων τέχνης (εικόνων, ύμνων, εικαστικών έργων κ.ά.). Οι ερωτήσεις αξιολόγησης αυτής της μορφής έχουν υψηλή γνωστική στόχευση και αξιοποιούν ανώτερες γνωστικές δεξιότητες. Οι μαθητές καλούνται να μελετήσουν ένα σύντομο απόσπασμα κειμένου ή ένα έργο τέχνης και στη συνέχεια να απαντήσουν σε ερωτήσεις, να σχολιάσουν, να ερμηνεύσουν, να συγκρίνουν, να αναλύσουν, να εφαρμόσουν σε άλλες συνθήκες, να επιλύσουν ένα πρόβλημα, να εκφράσουν γνώμη κ.ά.

Η δυσκολία αυτών των ερωτήσεων εντοπίζεται στο ότι μπορεί να προϋποθέτουν εξέταση με ανοικτά βιβλία, οπότε χρειάζεται να είναι πρωτότυπες και να μην επιτρέπουν στον μαθητή να παραθέσει έτοιμα αποσπάσματα από το βιβλίο. Επιπλέον, χρειάζεται να είναι διατυπωμένες με σαφήνεια και να καθοδηγούν με ακρίβεια τον μαθητή σε αυτό που χρειάζεται να κάνει. Για τον λόγο αυτόν, χρειάζεται να δίνονται τα βήματα της εργασίας ή και τα τυχόν υπο-ερωτήματα του κάθε θέματος.

δ) Ερωτήσεις ανάπτυξης-έκφρασης γνώμης

Μία από τις ερωτήσεις ανάπτυξης ή ένα υπο-ερώτημά της δεν αποκλείεται να είναι ερώτηση προσωπικής γνώμης, στον βαθμό που η γνώμη αυτή επιδέχεται τεκμηρίωση. Οι ερωτήσεις αυτές επιζητούν, συνήθως, την επίλυση ενός προβλήματος ή την αποτίμηση/αξιολόγηση μιας κατάστασης.

Οι ερωτήσεις αυτές είναι ιδιαίτερα δύσκολες στη διατύπωσή τους, καθώς και στη βαθμολόγησή τους. Είναι προφανές ότι οι ερωτήσεις αυτές χρειάζεται να είναι ανοικτές, να αποφεύγονται οι διλημματικές υπαρξιακές ερωτήσεις, οι πολωτικές ερωτήσεις, οι ερωτήσεις ιδεολογικού ή προσωπικού χαρακτήρα κλπ. Επιπλέον, χρειάζεται να είναι σαφή και αντικειμενικά τα κριτήρια αξιολόγησης και βαθμολόγησης, τα οποία πρέπει να αφορούν περισσότερο στις γνωστικές δεξιότητες και ικανότητες του μαθητή και λιγότερο σε αυτή καθεαυτή τη γνώμη του. Πάντως, στην περίπτωση που αξιοποιούνται ερωτήσεις αυτής της μορφής, κάθε τεκμηριωμένη επιστημονικά απάντηση εκλαμβάνεται ως ορθή.

Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 14 Ιανουάριος 2021 21:55  

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση