THEOLOGOI-KRITIS.SCH.GR

Τα Θρησκευτικά στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Κρήτης

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Αρχική Αρθρογραφία Εισοδεύοντας στη Βασιλεία (ή τυπική και θεολογική ερμηνεία του Καιρού)

Εισοδεύοντας στη Βασιλεία (ή τυπική και θεολογική ερμηνεία του Καιρού)

E-mail Εκτύπωση

ΕΙΣΟΔΕΥΟΝΤΑΣ  ΣΤΗ  ΒΑΣΙΛΕΙΑ

(ἡ τυπικὴ καὶ θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ Καιροῦ)

*

Εισήγηση στο συνέδριο των ιεροψαλτών Ν. Ηρακλείου Κρήτης

Διημερίδα: η ψαλτική τέχνη στην ορθόδοξη λατρεία (24-25 Οκτωβρίου 2014)

*

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

«Ένας από τους φημισμένους Πατέρες της Ερήμου στην Αίγυπτο του 4ου αιώνα, ο άγιος Σεραπίων ο Σινδωνίτης, ταξίδευε μια φορά για προσκύνημα στη Ρώμη. Εκεί του είπαν για μια περίφημη έγκλειστη γυναίκα, που ζούσε σ’ ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω. Διαπιστώνοντας για τον τρόπο της ζωής της – γιατί ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος περιπλανώμενος – , την επισκέφτηκε και τη ρώτησε: «Γιατί κάθεσαι εδώ;» κι εκείνη του απάντησε: «Δεν κάθομαι. Ταξιδεύω».

Ο κάθε χριστιανός θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια για τον εαυτόν του. Το να είσαι χριστιανός σημαίνει να είσαι ταξιδιώτης. Ταξιδεύομε μέσω του εσωτερικού χώρου της καρδιάς σ’ ένα ταξίδι, που δεν μετριέται με τις ώρες του ρολογιού ή με τις ημέρες  του ημερολογίου, γιατί είναι ένα ταξίδι έξω από τον χρόνο και μέσα στην αιωνιότητα» (1) .

Απλώς πρέπει να συνειδητοποιήσομε ότι σ’ αυτό το ταξίδι χρειάζεται ν’ ανακαλύψομε την πραγματική φύση του ταξιδιού και τον προορισμό του, που δεν είναι μια ατομική ανακάλυψη αλλά μια συλλογική εμπειρία, με την οποία επαληθεύει ο καθένας ό,τι έχει διδαχθεί ως Παράδοση και  την οποία καλείται να ξαναζήσει προσωπικά, ως δωρεά της θείας αποκαλύψεως.

Σκοπός του ταξιδιού μας είναι η επανεύρεση της Βασιλείας του Θεού και η είσοδός μας σ’ αυτήν. Και σ’ αυτή την επανεύρεση χρειαζόμαστε την καθοδήγηση, να δούμε πέρα από την «εντός ημών βασιλεία» (2), ποιους δείχτες πρέπει ν΄ ακολουθήσομε και ποιους θα πρέπει να έχομε συντρόφους και συνοδίτες. Σε ποιους σταθμούς θα σταματήσομε για ανεφοδιασμό και ποια μονοπάτια θ’ ακολουθήσομε  για να τελειώσομε άσφαλτα την οδό, εισοδεύοντας στην Βασιλεία. Σ’ αυτά τα ερωτήματα η απάντηση από μέρους της ιεράς Παραδόσεως της ορθοδόξου θεολογίας είναι σαφής. Η θεμελιακή πράξη που συγκροτεί, ζωογονεί, και ολοκληρώνει την Βασιλεία είναι η Εκκλησία, που συνάγει τον λαό του Θεού στην Ευχαριστία, στον ίδιο τόπο, «επί το αυτό» (3) - «εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου» (4), όπου όλα τα τέκνα του Θεού «τα διεσκορπισμένα» (5), ενώνονται εις «ἕν σῶμα καὶ ἕν πνεῦμα…ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως…» (6). Ψηλαφούν την μεταμορφωτική διάσταση της ανθρώπινης φύσεως εν Χριστώ και σταθεροποιούν τον βηματισμό τους στα μονοπάτια της αιωνιότητος, καθώς τρέφονται με την άσπιλη Σάρκα και το ζωοποιόν Αίμα Του, μετέχοντας στη χαρά του αιωνίου Πάσχα.

Η προετοιμασία για τον ακριβή και άσφαλτο βηματισμό μας γίνεται με την είσοδό μας στον Ναό. Εκεί αντιλαμβανόμεθα ότι είναι ένας ξεχωριστός χώρος «κατειλημμένος» από τη ζωντανή παρουσία του Θεού, όπου ο Ίδιος ο Θεός «ἐνοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ» (7). Εισερχόμενοι στον Ναό, όλοι οι πιστοί, κληρικοί και λαϊκοί «παίρνομε καιρό», δηλαδή συνειδητοποιούμε ότι μπαίνομε σε μια άλλη διάσταση τόπου και χρόνου, γινόμαστε οργανικά μέλη ενός θεανθρώπινου μυστηρίου, που συντελείται στον καθένα πιστό χωριστά και σε όλη τη λειτουργική κοινότητα.

Στο επίπεδο αυτό του πνευματικού βάθους που εισερχόμεθα, «καλούμαστε να ξεπεράσομε κάθε στοιχείο καθαρά αισθητικό, που είναι πάντα απλώς ένα εκφραστικό μέσο, για να συλλάβομε την Ωραιότητα του ουρανίου (κάλλους), στο οποίο είναι προορισμένος να προσφέρει θυσία ο λειτουργικός άνθρωπος, ως ΄΄η καινή κτίσις΄΄» (8). Γι’  αυτό κι η κάθε μας πράξη και στάση από τότε που θα εισέλθομε στον Ναό, όπως είναι το άναμμα του κεριού, η προσκύνηση των εικόνων, η ευλογία του ιερέως με τον ασπασμό της χειρός του από τους έχοντας κάποια διακονία στο ιερόν Βήμα, ή στο ιερόν Αναλόγιον και όλους όσοι επιμελούνται της ευταξίας του Ναού, η στάση μας, γενικώς, κατά τη διάρκεια των ακολουθιών της Συνάξεως και ό, τι άλλο συμβάλλει σ’ αυτή την λειτουργική μας συνοδοιπορία, έχει το βάρος και την αξία του Καιρού.

Όλα αυτά αποτελούν τους σημαντικούς και αποφασιστικούς δείχτες που μας εισοδεύουν στη Βασιλεία, αλλ’ ειδικότερα για τους αποτελούντες την τάξη της ειδικής ιερωσύνης: Επισκόπους, Ιερείς, Διακόνους, που είναι επιφορτισμένοι, κατά κύριον λόγο, με την τέλεση της αναιμάκτου ιερουργίας, υπάρχει μια καθορισμένη ακολουθία η Τάξη του Καιρού, που απαραιτήτως πρέπει να γίνει από τους μέλλοντας να τελέσουν το Μυστήριον της Θ. Ευχαριστίας. Σ’  αυτή την Τάξη θα αναφερθεί η δική μας εισήγηση, την οποία χωρίσαμε σε δύο μέρη: α) Στην καθ’ αυτό τυπική διάταξη της Ακολουθίας του Καιρού και β) Στη θεολογική ερμηνεία του Καιρού, ως την κατ’ εξοχήν συνειδητοποίηση της εισόδου συνόλου του πληρώματος των πιστών στη Βασιλεία.

Η τυπική διάταξη του Καιρού.

α) Ο Καιρός των Ιερέων μη όντος Επισκόπου.  Κατά κανόνα λαμβάνεται στον Σολέα, μετά την α΄ εκφώνηση των Καθισμάτων του Όρθρου. Εξερχόμενοι του ιερού Βήματος, μεταβαίνουν εκ της δεξιάς και αριστεράς θύρας, φέροντες ράσο, καμηλαύκι(9), μόνο του ή με επιρριπτάριο αναλόγως ο καθείς  με τα διάσημα του οφικίου του.  Προσέρχονται ενώπιον του επισκοπικού Θρόνου, και ποιούν προ αυτού μετάνοιαν και, εν συνεχεία, έρχονται προ της κλειστής  Ωραίας Πύλης, και άρχονται της ακολουθίας του Καιρού, ποιούντες προσκυνήματα τρία, λέγοντες έκαστος καθ’ εαυτόν: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ…». Κατόπιν λέγουν τα τρία κατανυκτικά τροπάρια «Ἐλέησον ἡμᾶς….και εις το «Καὶ νῦν…» ανοίγονται τα βημόθυρα και άρχεται η κατά σειρά προσκύνηση των εικόνων του τέμπλου, από όλους που λαμβάνουν Καιρόν. Έρχονται πάλι μπροστά στην Ωραία Πύλη και ο πρώτος τη τάξει λέει την ευχή: «Κύριε, ἐξαπόστειλον τὴν χεῖράν σου…καὶ ἐνίσχυσόν με…ἵνα παραστάς…». Σε μερικές φυλλάδες η ευχή αναφέρεται στον πληθυντικό «ἐνίσχυσον ἡμᾶς», δοκιμότερον όμως είναι να λέγεται στον ενικόν, αφού ένας πάντοτε είναι ο Θύτης, ο τελών την αναίμακτον ιερουργίαν, οι δε λοιποί είναι απλώς οι συλλειτουργοί και συμπαρεδρεύουν.  Μετά την Απόλυση στρέφονται προς τον λαό και δι’ ελαφράς υποκλίσεως ζητούν συγχώρεση με τα χέρια σταυρωμένα επί του στήθους.

Ακολούθως, εισέρχονται στο ιερόν Βήμα κατ’ αντίθετη πορεία της εξόδου τους, λέγοντας καθ’  εαυτούς: «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου….», ασπάζονται την αγία Τράπεζα και το ιερόν Ευαγγέλιο ο ιερεύς και μόνο την αγία Τράπεζα ο διάκονος και απέρχονται απεκδυόμενοι τα κοσμικά τους ενδύματα και ενδυόμενοι τα άμφιά τους, κατά την τάξη του ισχύοντος Ιερατικού.

Ο Καιρός κατά την Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, λαμβάνεται «κατά ένα απέριττο και αρχαιοπρεπή τρόπο, τόσο ταιριαστό με τον ΄΄συνεσκιασμένον και πενθηρό΄΄, κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα των Προηγιασμένων», μόνο με μετάνοια στον Επισκοπικό θρόνο και προσκυνήματα τρία προ της Ωραίας Πύλης εν σιγή ή με το ΄΄Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι» τῷ ἁμαρτωλῷ …» ή το «Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν…» ψιθυριστά και ασπασμόν των Αγίων εικόνων» (10).

Καταλληλότερος χρόνος είναι «αμέσως μετά την έναρξη της Θ΄ Ώρας, ούτως ώστε να είναι ενδεδυμένος (ο ιερεύς) για να θυμιάσει κατά την ψαλμωδία των Μακαρισμών ή μετά το «Ὁ Θεός οἰκτειρήσαι ἡμᾶς». «Αν ο ιερεύς κρίνει ανεπαρκή τον χρόνον αυτόν για να λάβει Καιρόν, να ενδυθεί και να θυμιάσει, μπορεί βεβαίως να λάβει Καιρόν ενωρίτερον»,σημειώνει ο αείμνηστος καθηγητής Ι. Φουντούλης (11) .

Εκτός από την Προηγιασμένη Λειτουργία, ο «Καιρός» συνδέεται με τον Εσπερινό και τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου (Μ. Πέμπτη, Μ. Σάββατο), που οι λειτουργοί λαμβάνουν «Καιρό» στον Όρθρο, ψαλλομένου του Κανόνος «Κύματι θαλάσσης», ο οποίος επέχει θέση Μεσονυκτικού.  Επίσης και στην περίπτωση της παραμονής των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων.

Σχετικά με τα Μυστήρια του ιερού Βαπτίσματος, του Χρίσματος και του Γάμου δεν υπάρχει θέμα, αφού στην αρχική πράξη της Εκκλησίας ήταν ενταγμένα στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Και αν δεν επανέλθομε σ’ αυτή την παλαιά τάξη θα βρισκόμαστε πάντα σε αταξία. Το μόνο που απομένει ακόμη συνδεδεμένο με τη Θεία Λειτουργία είναι το Μυστήριον της Ιερωσύνης.

Το πότε διεμορφώθη και εισήχθη η Ακολουθία του "Καιρού" στη σημερινή της μορφή δεν το γνωρίζομε, είναι προφανώς αντικείμενον πληρεστέρας ερεύνης. Πάντως, από τους πρώτους χρόνους υπήρχε σε απλές μορφές η προτοιμασία των κληρικών που επρόκειτο να τελέσουν το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας και "η έναρξη της θείας λειτουργίας εσημειούτο δι' Αγιογραφικών αναγνωσμάτων, ενδεδυμένων των λειτουργών, εις τα παστοφόρια και εισερχομένων κατά την μικράν Είσοδον εις το Ιερόν Βήμα". Η διάταξη αυτή είναι μεταγενεστέρα (πιθανώς από του Η΄ έως του ΙΒ΄αιώνος), διότι «η από του Ευλογημένη και των Αντιφώνων μετά των Συναπτών έναρξις της Θ. Λειτουργίας δεν αποτελεί στοιχείον πρωταρχικόν αυτής, αλλά διαμόρφωσιν συντελεσθείσαν βραδύτερον» (12).

Στην αρχαιότερη Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου σημειώνει  για τον «Καιρό», ο Αριστ. Πανώτης, στην έκδοσή του(13): «Επιστάντος του καιρού της ιερουργίας ο Προεστώς και οι τυχόν συλλειτουργοί αυτού προσέρχονται εις το Σκευοφυλάκιον (Διακονικόν) του Ιερού Βήματος, ένθα τοποθετείται το Ευαγγέλιον εν μέσω δύο κηρίων. Ποιούσιν ευλαβώς τρία προσκυνήματα. Ο Διάκονοςˑ Ευλόγησον. Ο Ιερεύςˑ Δόξα τω Πατρί……Ο Διάκονοςˑ Αμήνˑ Ο Ιερεύς την ευχήνˑ Εν πλήθει αμαρτιών….» «Άπαντες ασπάζονται το Ευαγγέλιον και εάν προεξέρχη Επίσκοπος, το Πρεσβυτέριον ασπάζεται και την δεξιάν αυτού και άρχονται άπαντες της ενδύσεως των Ιερών Αμφίων, είτε λέγοντες τον Ν΄ Ψαλμόν, είτε τους συνήθεις στίχους ή την ακόλουθον ευχήν μυστικώς (χαμηλοφώνως): Δέσποτα Κύριε ο Θεός….».

Όλες οι αγιαστικές και μυστηριακές πράξεις της Εκκλησίας μας έχουν ανάγκη "Καιρού", επειδή όλες γίνονται εν χρόνω και σκοπός όλων αυτών των λατρευτικών πράξεων είναι να μεταβάλλουν τον χρόνον εις "Καιρόν", αφού τα πάντα στη ζωή της Εκκλησίας είναι αποφασιστικές στιγμές σωτηρίας και εντάσσονται στην μεταμορφωτική υπόσταση του λειτουργικού χρόνου, που, ως χρόνος σωτηρίας, βιώνεται ως ένα διαρκές παρόν.

Ένας Αγιασμός, ένα Τρισάγιο, μιά Παράκληση, μιά Δέηση, δεν είναι απλά χρονικά γεγονότα αλλά εσχατολογικά, που γεύονται του μυστηρίου της μεταμορφώσεως του χρόνου εις καιρόν σωτηρίας, ο οποίος αποτυπώνεται και βιώνεται σ' αυτές τις απλές καθημερινές, λατρευτικές, αγιαστικές και μυστηριακές πράξεις, της Εκκλησίας. Επομένως, όλες αυτές και πολλές άλλες εντάσσονται και πρέπει να εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια του "Καιρού". Τέτοιες εισοδευτικές «ευχές» μπορεί κανείς να αρδεύσει πάμπολλες από την πράξη ευλαβών Ιερέων, οι οποίες στην ποικιλότητα των μορφών τους συνάδουν προς την συνείδηση της Εκκλησίας, ως έκφρασης της λειτουργικής δυνάμεως της παραδόσεώς της.

Ο «Καιρός» τί είναι; Είναι προετοιμασία. Η προετοιμασία των λειτουργών για την τέλεση των αγιαστικών ή μυστηριακών πράξεων της Εκκλησίας. Μπορούμε, συνεπώς, να τελέσομε κάποια από αυτές, χωρίς προετοιμασία; Ασφαλώς όχι. Ειδικά, η  Ακολουθία του «Καιρού» είναι μια «κωδικοποιημένη» ευχετική προετοιμασία.  Υπό την έννοια αυτή προσγειωνόμαστε στην απόλυτη πραγματικότητα της διακονίας μας, αξιολογώντας την κάθε στιγμή της ζωής μας Χριστοκεντρικά, αφού Κέντρον και εντελέχεια του γραμμικού χρόνου είναι ο Χριστός, που μεταβάλλει τον κοσμικό χρόνο σε λειτουργικό, δίνοντάς του και κατακόρυφη διάσταση. Δεν είμαστε εμείς που οδηγούμεθα στο μέλλον, αλλά ο Χριστός και η Βασιλεία Του που  ήλθαν σ' εμάς και έτσι η αιωνιότητα εισήλθε στην Ιστορία, ο Χριστός είναι το τέλος, το «πλήρωμα του χρόνου» και η είσοδος του κόσμου και του ανθρώπου εισέρχεται στον καιρό και το πλήρωμα των εσχάτων.

β)  Όταν πρόκειται να ιερουργήσει Επίσκοπος. Οι ιερείς δεν λαμβάνουν Καιρόν ούτε ενδύονται τα άμφιά τους. Ένας μόνον ιερεύς, φέρων επιτραχήλιο εκτελεί τα εις τον Όρθρο διατεταγμένα. Όλοι οι άλλοι αναμένουν την άφιξη του Επισκόπου  στην είσοδο του Ναού. Ερχομένου του Επισκόπου, φέροντος επανωκαλύμμαυκο και εγκόλπιο, λαμβάνει εκ της χειρός του πρώτου τῇ τάξῃ ιερέως την ποιμαντική ράβδον και, ενδυσάμενος εις τον Νάρθηκα τον αρχιερατικό μανδύα, εισέρχεται στον Ναό, προπορευομένων των ιερέων και διακόνων κατά τάξη. Σταθείς δε εις το μέσον του Ναού προ του θρόνου, ακροάται του Κοντακίου, του Οίκου και του Συναξαρίου της ημέρας και ψαλλομένου αργώς του «Εις πολλά έτη, δέσποτα» υπό των χορών, κατερχομένων εκ των στασιδίων τους, ο Επίσκοπος ευλογεί τον λαόν. Κατόπιν, προσκυνήσας τρις, ανέρχεται εις τον θρόνον του και ασπάζεται την εν αυτώ δεσποτικήν εικόνα. Τότε  αμέσως κινούνται προς αυτόν οι Ιερείς και οι Διάκονοι για να λάβουν Καιρόν κατά ζεύγη εις ιερεύς και εις διάκονος κατά την τάξη των πρεσβείων τους. Ποιούν μετάνοια, ασπάζονται την δεξιά του Επισκόπου και κάνοντας σχήμα απέρχονται εις το Ιερόν. Ασπάζονται το ευαγγέλιον και την αγία Τράπεζαν, ποιούν σχήμα αναμεταξύ τους και ενδύονται τα άμφιά τους. Ο Επίσκοπος ψάλλει αντί του α΄ χορού τις Καταβασίες, την Θ΄ Ωδή και τα Εξαποστειλάρια.

Μετά τα Εξαποστειλάρια ο κανονάρχης έρχεται στη μέση του Ναού έναντι του επισκοπικού θρόνου και εκφωνεί, το «Κέλευσον, δέσποτα άγιε, ήχος (τάδε)», πάντοτε με απλή εκφορά στο απαλό ηχόχρωμα του κλιτού και οι χοροί άρχονται των Αίνων. Μετά τό «Αινείτε…» ο δεξιός χορός ψάλλει αργώς «Τον δεσπότην και αρχιερέα ημών…» και ο Επίσκοπος κατέρχεται εκ του θρόνου του και λαμβάνει καιρόν, κατά την τάξη, που περιγράψαμε παραπάνω των ιερέων, πλην εδώ, μετά την Απόλυση ο Επίσκοπος ευλογεί τον λαό διά του τρικήρου, του β΄ χορού ψάλλοντος το «Εις πολλά έτη, δέσποτα», εισέρχεται στο Ιερόν, προσκυνεί και ασπάζεται το ευαγγέλιο και την αγία Τράπεζα. Εν τω μεταξύ ένας των ιερέως τελεί την Προσκομιδή (συνήθως ο β΄ τῆ τάξει), χωρίς να ευλογήσει την ένωση.

Μετά τους ιερείς και διακόνους λαμβάνουν Καιρόν πρώτα ο Πρωτοψάλτης και ο Λαμπαδάριος, φορώντας τα ράσα τους και κατόπιν οι βοηθοί τους, οι Επίτροποι και οι λοιποί διακονούντες στο Ιερόν. Όλοι προσέρχονται, βάζουν μετάνοια στον Επίσκοπο, κάνουν σχήμα και απέρχονται ο καθείς στη διακονία του.

Σε περίπτωση που ο Επίσκοπος χοροστατήσει «ο Ιερεύς, κατά την κρατούσαν τάξιν,  οφείλει να τελέσει την σχετική ακολουθία του Καιρού (14).

Σημειώνομε, επ’ εὐκαιρίᾳ, ότι χοροστασία Επισκόπου στη Θ. Λειτουργία η αρχαία πράξη της Εκκλησίας δεν γνωρίζει. «Πρέπει να είναι», σημειώνει ο αείμνηστος καθηγητής Ι. Φουντούλης, «εφεύρημα των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας…γι’ αυτό και η σημερινή πράξις ευρίσκεται υπό τον έλεγχον της παλαιάς, η οποία μας δίδει και το κριτήριο για την ορθότητα της νέας» (15).

 

Η θεολογική ερμηνεία του Καιρού.

Είναι προφανές ότι όλη αυτή η ακολουθία του Καιρού και η τυπική διάταξή της δεν είναι τίποτα άλλο παρά το περίβλημα του καρπού. Το εξωτερικό προστατευτικό περίβλημα, που προφυλάσσει και διασφαλίζει το τιμαλφές περιεχόμενο του καρπού, που είναι η εν χρόνω βίωση της άχρονης Βασιλείας και η επικαιροποίηση και βίωση των εσχάτων στο τώρα της Ιστορίας.

Η εισόδευση με την ακολουθία του Καιρού στο αιώνιο ή η εισβολή του αιωνίου στο «νύν»  της Ιστορίας είναι μια όντως πορεία προς τα έσχατα, με σταθερή την πίστη ότι ο χρόνος δεν χάνει τη γραμμικότητά του διότι έχει αρχή, αλλά  και το «πλήρωμά του» (16), το τέλος του. «Ο χρόνος έλαβε αρχή από την Δημιουργία και έχει «τέλος» με τη σάρκωση του Χριστού, που δίνει σε κάθε χρονική στιγμή σωτηριολογική σημασία, - «ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (17),   αλλά συγχρόνως έχομε και την είσοδο στα έσχατα – , και ζούμε «… τον αρραβώνα της μελλούσης κληρονομίας, την απαρχή των αιωνίων αγαθών, την ζωοποιό δύναμη, την πηγή του αγιασμού…» (18) και την χαρά ότι «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (19).

Περί των εσχάτων, βεβαίως, όταν ομιλούμε, δεν εννοούμε τίποτα άλλο παρά «την ακατάπαυστη πορεία του σώματος της Εκκλησίας για την τελείωση. Με άλλα λόγια, εσχατολογία δεν είναι μόνο το τέλος, αλλά και η αρχή…Από τα πρώτα αρχίζει το ξεκίνημα για τα έσχατα και από τα έσχατα κατανοούμε τα πρώτα» ((20)

Το οριστικό, βεβαίως, και τέλειο τέλος θα έλθει με τη Β΄ Παρουσία του Χριστού (21). Παρά ταύτα, στη Λειτουργία της Θ. Ευχαριστίας έχομε την πρόγευση του μεταμορφωμένου κόσμου, της «καινῆς γῆς καὶ τοῦ καινοῦ οὐρανοῦ» (22), εν μέσω της θριαμβευούσης και στρατευομένης Εκκλησίας, όπου ο πιστός γεύεται όχι μόνο την ωραιότητα της αγιότητος αλλά και την αγιότητα της ωραιότητος, την δύναμη, τη χαρά και την δόξα της Αναστάσεως.

Η Εκκλησία, καθώς πορεύεται μέσα στην Ιστορία, βρίσκεται στην πορεία της έβδομης ημέρας, από τη δημιουργία ως την έσχατη ανάσταση των πάντων, ενώ προσδοκούμε και προγευόμεθα την «ανέσπερον και αδιάδοχον» ογδόην ημέραν, κατά τον Μ. Βασίλειο, όπου βρίσκεται η τελική συμμετοχή και το φως της θείας Βασιλείας και η επ’ άπειρον ακόρεστη θέα και κίνηση των όντων στα άπειρα βάθη της θεότητος.

Στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας «ο χρόνος νοηματίζεται από τον Καιρό, και ο Καιρός δεν είναι παρά μία στάση, ένας σταθμός, για να μπορέσομε να εποπτεύσομε το παρελθόν και να ατενίσομε το μέλλον. Χωρίς τον Καιρό ο χρόνος ρέει ανοημάτιστος, καταποντίζεται στον θάνατο, τίποτε από όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν δεν επιβιώνει. Μέσα σε όλη την κτίση μόνον ο άνθρωπος μετατρέπει τον χρόνο σε Καιρό. Είναι το προνόμιο και η ευθύνη της ελευθερίας που του δόθηκε από τον Δημιουργό, να εισάγει μέσα στον χρόνο, έστω και για λίγο (όπως συμβαίνει κατ’ εξοχήν στη Θ. Λειτουργία) την παρουσία και τη γεύση των εσχάτων, αυτών που δεν θα χαθούν μαζί με τόσα και τόσα άχρηστα που κουβαλάμε στη ζωή αυτή» (23).

Ειδικότερα στη Θ. Λειτουργία ό χρόνος ανανοηματοδοτείται. Εκκλησιοποιείται, κινούμενος στα όρια της χριστιανικής σωτηριολογίας, με την υπέρβαση της «κυκλικής» εννοίας του (στον Ελληνισμό) και της «ευθύγραμμης» (στον Ιουδαϊσμό), (24). Το παρελθόν και το μέλλον συναιρούνται σ’ ένα διαρκές και αιώνιο «παρών», που βιώνεται στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Γι’  αυτό και ο χρόνος αυτός, ο λεγόμενος λειτουργικός, εκφράζεται ποιητικά με το «σήμερον», που επικαιροποιεί- συγχρονίζει τα σωτηριολογικά γεγονότα της ζωής του Κυρίου. Γι’ αυτό και σε κάθε λειτουργική Σύναξη δεόμεθα: «Μεμνημένοι τοίνυν… του Σταυρού του Τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας…τα Σα εκ των Σων Σοί προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, Σε υμνούμεν…» (25).

Ούτως εχόντων των πραγμάτων αντιλαμβανόμαστε την μεγαλειώδη έννοια του Καιρού, που λειτουργεί ως το προζύμι που ζυμοί όλο το πλήρωμα της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας και ως εντολή ξεκαθαρίσματος με την παλαιά ζύμη του  φθαρτού χρόνου, σύμφωνα με την Παύλειον προσταγή: «ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθὼς ἐστε ἄζυμοι. Καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός…» (26). Παρά ταύτα η ιστορική εφημερότητα έχει εισβάλει και ριζώσει τόσο πολύ στη ζωή της Εκκλησίας, ώστε να υπάρχουν ακόμη εμβόλιμοι συνήθειες, που πληγώνουν την μεταμορφωτική πληρότητα του λειτουργικού χρόνου.

Στην ευρύτερη έννοια του Καιρού εντάσσονται όλες οι απλές κινήσεις και συμπεριφορές των πιστών, άμα της εισόδου των στον Ναό, που αναφέραμε στην αρχή. Είναι, όμως και άλλες κοσμικές συνήθειες που κουβαλάμε, που πληγώνουν ή και αναιρούν την ποιοτική ομορφιά του λειτουργικού χρόνου. Έτσι, για παράδειγμα αναφέρομε: Καλά - καλά δεν προφθάνομε να πατήσομε στο κατώφλι του Ναού και τρέχουν να μας καλημερίσουν και να μας ευχηθούν, ιδίως τις μεγάλες εορτές μ’ αυτή την κοσμική ευχή «Χρόνια Πολλά», ενώ οι ευχές της ημέρας δίνονται πρώτα από τον λειτουργό Ιερέα μετά το «Δι’ εὐχῶν» και έχουν όχι κοσμική, αλλά λειτουργική έννοια. Λέγοντας «καὶ τοῦ χρόνου» εννοούμε, λειτουργικά, να αξιωθούμε κατά τον παρεμβαλλόμενο χρόνο, να εμπεδώσομε πληρέστερα το νόημα της εορτής, ώστε να βιώσομε βαθύτερα και ουσιαστικότερα το μήνυμά της.   «Δεν πρόκειται απλώς για ευχή για την παράταση της επιθυμητής οπωσδήποτε επίγειας ζωής, αλλά παροχής νέων ευκαιριών στο σχολείο της Εκκλησίας και οικειώσεως των σωτηριωδών αληθειών της πίστεως», ερμηνεύει ο αείμνηστος καθηγητής Ι. Φουντούλης (27).

Το ίδιο και οι συνεφημέριοι και οι Επίτροποι, μας φορτώσουν αξημέρωτα με έγνοιες που μπορούν μεν ορισμένες από αυτές να είναι πολύτιμες για την Ενορία, αλλά τελείως έξω από το κλίμα της λειτουργικής περισυλλογής, που πρέπει να πρυτανεύει  στην προκειμένη διακονία μας.

Είναι φανερὸ πως, όταν κανεὶς κατανοήσει το θεολογικό βάθος των τελουμένων κατὰ τὴ διάταξη της ακολουθίας του Καιρού, σύμφωνα με το οποίο οι μέλλοντες να ιερουργήσουν, καλούνται να εσοδεύσουν στη Βασιλεία του Θεού όχι με τὸν παρόντα κοσμικὸ χρόνο, αλλά με τον λειτουργικὸ χρόνο, δεν μπορεί παρά να νοιώθει το ρίγος της συντελούμενης ανακολουθίας.

Η ίδια ανακολουθία εξακολουθεί να συνοδεύει όλη την πορεία της Θ. Λειτουργίας, όταν ιερουργεί Επίσκοπος, όπου, πολλές φορές, μόλις ακουστεί το όνομά του σπεύδει ο Ψάλτης καλύπτοντας ακόμη και την δεητική προτροπή του Διακόνου ή και εκφωνήσεις του ιδίου του Επισκόπου, με το «Εις πολλά έτη, δέσποτα!». Έτσι, ο λειτουργικός διάλογος, που αποτελεί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά στοιχεία της Θ. Λειτουργίας  καταργείται.

Επίσης, αντί απαντήσεως στην δεητική εκφώνηση του Επισκόπου: «Επίβλεψον, Κύριε, επί την άμπελον ταύτην και κατάρτισε αυτήν….» με το επιβεβαιωτικό ή ευχετικό «Αμήν», ακούμε «Εις πολλά έτη, δέσποτα»! Το ίδιο στην προτροπή του Διακόνου να δεηθούμε υπέρ του Επισκόπου, με το γνωστό και επιβεβλημένο «Κύριε, ελέησον», αντ’ αυτού ακούμε και πάλι την γνωστή άκαιρη και άνευ νοήματος επωδό: «Εις πολλά έτη, δέσποτα». Ευτυχώς, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν συμβαίνει αυτό, αλλά η σχετική δέηση του Πατριάρχου επισφραγίζεται με το ευχετικό «Αμήν» των χορών και στην προτροπή του Διακόνου όπως «δεηθῶμεν υπέρ του Επισκόπου ἡμῶν», η απάντηση είναι «Κύριε, ελέησον». Το ίδιο έχει καθιερώσει και στη Μητρόπολή μας ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πέτρας και Χερρονήσου κ. Νεκτάριος, άριστος λειτουργός και ακριβής γνώστης των λειτουργικών μας πραγμάτων.

Αξιολογώντας την έννοια του «Καιρού» στην ευρύτερη έννοιά του θα λέγαμε πως είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις εκείνες, που αποτελούν παραφωνία και καταστρατηγούν την έννοια του Καιρού, διακόπτοντας τη λογική πορεία του λειτουργικού διαλόγου και τραυματίζοντας τη μυσταγωγική του ροή. Με τις άκαιρες αυτές παρεμβάσεις η οντολογική σύνθεση των διαστάσεων του χρόνου, που εντάσσει το «νῦν» της θείας παρουσίας στο «αεί παρών» της θείας αποκαλύψεως και φιλανθρωπίας, καταργείται και ξαναγυρνάμε από την εσχατολογική ωραιότητα στην ιστορική πεζότητα, όπου συνεχίζεται η αντίθεση  ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, την τάξη και την αταξία.

Προσπαθήσαμε να συνοδοιπορήσομε, ως «Λαός του Θεού», διάκονοι όντες της Βασιλείας εν χρόνω, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα των εσχάτων, όπου τα πάντα βιώνονται και αγαπώνται, αφού πέραν αυτών τίποτα δεν μπορεί να προσδιοριστεί και ν’ αγαπηθεί. Έτσι μόνο «την Βασιλεία του Θεού αν την γευθείς, έστω και λίγο, δεν μπορεί παρά να την αγαπήσεις, και μαζί μ’  αυτήν ολόκληρη την Κτίση, που χτίστηκε για ν’ αποκαλύψει και ν’ αναγγείλει τη Βασιλεία. Χωρίς αυτή την μεταμορφωτική εσχατολογική έννοια και προοπτική, που είναι ταυτόχρονα η αρχή και το τέλος, ο κόσμος ξεπέφτει σ’ έναν τρομακτικό και φρικτό παραλογισμό» (28).

Τελειώνομε με την ελπίδα ότι, αφού γνωρίσαμε, έστω και λίγο, το περιτύλιγμα του Καρπού, που είναι η τυπική διάταξη του Καιρού, θα προσπαθήσομε να γνωρίσομε, με τη φωτιστική χάρη του Παρακλήτου και σε βάθος την θεολογική ερμηνεία του, που είναι η αληθινή βίωση του λειτουργικού χρόνου στη ζωή και τη διακονία μας, γιατί μ’ αυτήν καλούμεθα να εισοδεύσομε στην επέκεινα του χρόνου και κόσμου τούτου Βασιλεία. Με την πεποίθηση, ότι μόνο μ’ αυτή τη γνώση και βίωση εξαγοράζονται όλα τα σωτηριολογικά γεγονότα της ζωής μας και δεν χάνονται, αλλά μένουν πάντοτε ως παρακαταθήκη μέσα στη χάρη, την ευλογία και τη μνήμη του Θεού, εις τρόπον ώστε, όταν «ὁ Κύριος ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» νὰ μὴν βρει, ως «ἐν τῆ ἀκάρπῳ συκῇ, φύλλα μόνον» (29), αλλά «καρπόν πολύν» (Ιωάν.12.24) «εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωήν αἰώνιον» (30). Αμήν!

Σας ευχαριστώ!

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Ο Ορθόδοξος Δρόμος, Καλλίστου Γουέρ, σελ. 9).

2. Λουκ. 17.21.

3.   Πράξ. 2.44.

4.   Αποκάλ. 19.9.

5.   Ιωάν. 4.52.

6.  Εφεσ.  4.4)

7.   P.G. 98,384.

8.   Ευδοκίμοφ, Η προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας, σελ15,16.

9.  Οι κληρικοί μέχρι το 1669 είχαν ως κάλυμμα της κεφαλής τους το αρχαίον σκεάδιον, το οποίον απερρίφθη από τον Τουργοκρατούμενον Κλήρον, επειδή και οι Φράγκοι και οι Ενετοί, «οι εχθροί του Σουλτάνου»  το φορούσαν. Το διεδέχθη το κ α μ η λ α ύ κ ι ο ν των ερημιτών, διαφορετικό όμως του σημερινού «υπερψήλου, ακάμπτου βαρέως, ανθυγιεινού και γενιτσαρικήν ευαισθησίαν αποπνέοντος». Γι’  αυτό, όπως σημειώνει ο Πρωτ. Κων. Καλλίνικος «περέπει να επανέλθη εις την αρχικήν μορφήν του χαμηλού, μαλακού και αφελούς καλογηρικού σκούφου» ( Ο Χριστιαν. Ναός…, σελ. 530).

10.   Βλ. και: Ιωάν. Φουντούλη, Απαντήσεις, τόμ. Α΄σελ. 158,159.

11.  Απαντήσεις, ό.π., τόμ. Α΄ σελ. 160.

12. (Βλ.: Ηθ. και Θρ. Εγκυκλ., τόμ. 7ος, σελ. 82).

13.  Αθήναι 1901, σελ.19

14. Απαντήσεις, ό.π., τόμ.Β΄, σελ. 248, 249.

15.  Απαντήσεις, ό.π., σελ.250.

16.  Γαλ.6.4.

17.  Β΄ Κοριν. 6.2.

18.  Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου.

19.  Μάρ. 1.15.

20.  Ν. Ματσούκα, Εκκλησία και Βασιλεία του Θεού…, Εκκλησία και Εσχατολογία, σελ. 69.

21.   Ρωμανίδου, Το Προπατορικόν, σ. 66).

22.  Πρβ.: Β΄ Πέτρ. 3.13).

23.  Μητροπ. Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, Η Ορθόδοξη Θεολογία, και οι προκλήσεις του 21ου αιώνα

24.  Γεωρ. Μεταλληνού, Εκκλ. Λατρεία, Ο λειτουργικός χρόνος, σελ.112  κ.ε.

25.  Θ. Λειτουργία Χρυσοστόμου.

26.   Α΄ Κοριν.5.7.

27.  Ιωάν. Φουντούλη, Το χριστιανικό εορτολόγιο, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θ. Λατρεία, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 116.

28.  Πρβλ.: Σμέμαν, Ημερολόγιο, σελ.279.

29. Ματθ. 21.19.

30.  Ρωμ. 6.22.

 

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση