THEOLOGOI-KRITIS.SCH.GR

Τα Θρησκευτικά στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Κρήτης

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Αρχική Αρθρογραφία Η συμβολή του Φώτη Κόντογλου στην ανάδειξη της πατρώας εκκλησιαστικής μουσικής

Η συμβολή του Φώτη Κόντογλου στην ανάδειξη της πατρώας εκκλησιαστικής μουσικής

E-mail Εκτύπωση

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ*

Α­γα­πη­τοί, ό­λοι γνω­ρί­ζου­με τον Φ. Κόν­το­γλου ως  μύ­στη της ι­ε­ρής τέ­χνης της α­γι­ο­γρα­φί­ας. Ε­πί­σης αρ­κε­τοί τον γνω­ρί­ζου­με ως με­γά­λο τε­χνί­τη του α­γι­α­σμέ­νου λό­γου της ρω­μι­ο­σύ­νης και ως τολ­μη­ρό αρ­θρο­γρά­φο για θέ­μα­τα που σχε­τί­ζον­ται με το ορ­θό­δο­ξο βί­ω­μα και πο­λι­τι­σμό. Με βά­ση το τε­λευ­ταί­ο θα μπο­ρού­σα­με να υ­πο­ψιαστούμε ό­τι α­σφα­λώς κά­τι θα έ­γρα­ψε και για την εκ­κλη­σι­α­στι­κή μου­σι­κή.

Ό­ταν έ­λα­βα την πρό­σκλη­ση να α­πευ­θυν­θώ σε σας, α­πό τον πρό­ε­δρο του συλ­λό­γου ι­ε­ρο­ψαλ­τών νο­μού Χα­νί­ων κύ­ριο Νι­κό­λα­ο Γι­αν­να­κά­κη, γνω­ρί­ζον­τας πε­ρί­που τα πα­ρα­πά­νω για την προ­σω­πι­κό­τη­τα του Κόν­το­γλου, σκέ­φτη­κα και του εί­πα ό­τι ω­ραί­α ι­δέ­α αλ­λά να δού­με τι θα βρω σχε­τι­κά με την εκ­κλη­σι­α­στι­κή μου­σι­κή πέ­ρα α­πό α­πλές α­να­φο­ρές του για αυ­τήν. Κα­θώς ό­μως έ­ψα­χνα το θέ­μα κα­τά­λα­βα ό­τι, ο Φώ­της Κόν­το­γλου ε­κτός α­πό μύ­στης της ι­ε­ρής τέ­χνης της α­γι­ο­γρα­φί­ας ή­ταν και μύ­στης –έ­στω και σε μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα– και της άλ­λης ι­ε­ρής τέ­χνης, της εκ­κλη­σι­α­στι­κής μου­σι­κής.

Ελ­πί­ζω να κα­τα­φέ­ρω να δεί­ξω και σε σας αυ­τή την σχε­τι­κά μη προ­βε­βλη­μέ­νη πλευ­ρά της προ­σω­πι­κό­τη­τας του Φώ­τη Κόν­το­γλου.

Σχε­δί­α­σα αρ­χι­κά να σας πα­ρου­σιά­σω λί­γα βι­ο­γρα­φι­κά στοι­χεί­α που σχε­τί­ζον­ται με την ε­να­σχό­λη­σή του με την ψαλ­τι­κή.

Ο μι­κρός Φώ­της Α­πο­στο­λέ­λης, ε­ξαι­τί­ας της ορ­φά­νειας του, κη­δε­μο­νεύ­ε­ται α­πό τον α­δερ­φό της μη­τέ­ρας του πα­τέ­ρα Στέ­φα­νο Κόν­το­γλου, ο ο­ποί­ος ή­ταν η­γού­με­νος σε έ­να οι­κο­γε­νεια­κό μο­να­στή­ρι της Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ής στο Α­ϊ­βα­λί. Κον­τά σε αυ­τόν τον τα­πει­νό ερ­γά­τη του Χρι­στού μα­θαί­νει τα πρώ­τα και κα­θο­ρι­στι­κά στοι­χεί­α της ψαλ­τι­κής και του τυ­πι­κού. Ε­κεί στο μο­να­στή­ρι ζει μέ­χρι τα δε­κα­ο­κτώ του χρό­νια. Για κεί­να τα χρό­νια με­τα­ξύ άλ­λων α­να­φέ­ρει: «Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες ώ­ρες πή­γαι­να και κα­θό­μου­να μέ­σα στη μι­κρή ευ­ω­δι­α­σμέ­νη εκ­κλη­σί­α, ό­χι μο­να­χά κα­τά τις α­κο­λου­θί­ες, αλ­λά και την ώ­ρα που δεν ή­τα­νε μέ­σα κα­νέ­νας άλ­λος, πα­ρε­κτός, α­πό μέ­να. Δι­ά­βα­ζα τ’ αρ­χαί­α τρο­πά­ρια και βρι­σκό­μου­να σε μια κα­τά­στα­ση που δεν μπο­ρώ να τη με­τα­δώ­σω στον άλ­λον».

Από τότε και μέχρι το τέλος της ζωής του τα τροπάρια αυτά θα αποτελέσουν αείφωτο φάρο στην ζωή του γι᾿ αυτό και η ενασχόλησή του με αυτά υπήρξε συνεχής μέσα από ερμηνείες και μεταφράσεις τους.

Ύστερα ήρθε στην Αθήνα, και ό,τι άλλο έμαθε από εκεί και πέρα το έμαθε από παραδοσιακούς ψάλτες, πολλοί από τους οποίους είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία είτε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είτε νωρίτερα.

Δεν έψελνε ως επαγγελματίας ψάλτης σε κάποιον ναό, αλλά η χαρά του ήταν να πηγαίνει στα αμέτρητα εξωκλήσια και παρεκκλήσια των  Αθηνών να ψέλνει με τον παραδοσιακό τρόπο που είχε μάθει στα μέρη της Ανατολής.

Ο Φώτιος Κόντογλου την περίοδο περίπου 1950-1964 έψελνε μαζί με τον Παντελή-Πασχάλη Πάσχο, τον σημερινό καθηγητή του πανεπιστημίου  Αθηνών, σε κάθε ευκαιρία που δινόταν, ιδίως όταν είχαν κάποιον ευλαβή και παραδοσιακό ιερέα. Πολύ συχνά λειτουργούσαν με τον μακαριστό ηγούμενο της Λογγοβάρδας, τον αρχιμανδρίτη Φιλόθεο Ζερβάκο.

Επίσης ο Κόντογλου όταν δεν εξυπηρετούσε κάποιες λειτουργικές ανάγκες πήγαινε και άκουγε τους αξιόλογους ιεροψάλτες που υπήρχαν τότε στην Αθήνα κυρίως προερχόμενους από την Κωνσταντινούπολη και την Μικρά Ασία.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω και την γνωριμία του Κόντογλου με τον σπουδαιότερο -κατ᾿ εμέ και για πολλούς άλλους- πρωτοψάλτη εν ζωή, τον Δ. Νεραντζή. Ο ίδιος ο άρχοντας, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες, μου είπε ότι γνώρισε τον Κόντογλου όταν  ήταν νεαρός πρωτοψάλτης στην αγία Βαρβάρα Πατησίων το φθινόπωρο του 1959. Τον θυμάται -χωρίς να έχει συναίσθηση του μεγέθους του έργου του στην αγιογραφία- να τον πλησιάζει και να του συστήνεται απλά ως αγιογράφος κρατώντας όμως και ένα αναστασιματάριο μαζί. Ο δάσκαλος μου τον περιέγραψε ως έναν πιστό που ενδιαφερόταν για την ψαλτική αλλά που δεν έδειχνε ότι ξέρει και πολλά γι᾿ αυτήν. Έτσι τουλάχιστον κατάλαβε ο εικοσάχρονος τότε δάσκαλος. Μάλιστα όταν πάλι μιλήσαμε μαζί για τον Κόντογλου και ενώ είχα βρει στο διαδίκτυο κάποιες λίγες ηχογραφήσεις του πρότεινα να ακούσει κάτι από αυτές, χωρίς να του πω για ποιόν πρόκειται προκειμένου να του ενισχύσω την έκπληξη που θα ακολουθούσε με την αποκάλυψη του ψάλλοντα. Ακούει  ο άρχοντας και μου λέει: Αυτός είναι ο μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών ο Νικόδημος Βαλληνδράς. «Δάσκαλε, σωστά εντόπισες το ύφος, του απαντώ, αλλά ο ψάλτης είναι ο Φώτης Κόντογλου». Έκπληκτος ο Μεγάλος τεχνίτης της ψαλτικής μου λέει: «Σκέψου τι μουσική ήξερα τότε για να μην εκτιμήσω αυτό τον σπουδαίο ψάλτη που ερχόταν δίπλα μου».

Η πιο πάνω αφήγηση είναι μια πρώτη απόδειξη μαζί με το ηχητικό που θα ακολουθήσει ότι ο Κόντογλου δεν ήταν απλά φίλος αλλά και μύστης της ψαλτικής.

Επίσης, ο άρχοντας Νεραντζής μου είπε ότι ο Κόντογλου είχε γράψει άρθρο τιμητικό για την ψαλτική του, το οποίο δημοσίευσε στον Νεολόγο Πατρών στα 1962 και το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να κοινοποιηθεί σήμερα εδώ για πρακτικούς λόγους.

Ο δάσκαλος μου μίλησε επίσης και για μια συνάντηση με τον Παναγιωτίδη στο σπίτι του Κόντογλου χωρίς όμως άλλες λεπτομέρειες.

Επίσης, γνωστή ήταν η σχέση του Κόντογλου με τους αδερφούς Κακουλίδη καθώς και με τον Σίμωνα Καρά, ο οποίος εκείνα τα χρόνια μάχονταν δυναμικά για την επικράτηση της πατρώας μουσικής.

Ακούγοντας τον ψάλτη Κόντογλου εύκολα αντιλαμβανόμαστε το άκρως παραδοσιακό ύφος του, το οποίο προέρχεται από τα γνήσια ακούσματα της Ανατολίας. Ο Κόντογλου ψέλνει πραγματικά, αποδίδοντας τις λέξεις και τα νοήματά τους, χρησιμοποιώντας την μαστοριά και τα ποικίλματα της ψαλτικής, τα οποία διδάχτηκε και άκουσε από παραδοσιακούς ψάλτες.

Κρατώντας στην μνήμη μας τον τρόπο του ψάλλειν του Κόντογλου θα επιχειρήσουμε να παραθέσουμε μερικά αποσπάσματα από διάφορες γραπτές παρεμβάσεις του για την αξία της εκκλησιαστικής μουσικής.

Τα λεγόμενά του είναι απολύτως ταιριαστά με την γνήσια ψαλτική που κατέχει, γι᾿ αυτό και αποτελούν γνήσια αποκυήματα μιας αληθινής και αυθεντικής παράδοσης.

Εκείνα τα χρόνια ο Κόντογλου με συνέπεια υπερασπίζεται τα  γνήσια ορθόδοξα βιώματα, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι της Εκκλησίας, Επίσκοποι και ιερείς, αλληθωρίζουν προς την δύση απεμπολώντας κάθε τι ρωμέικο ως «χωριάτικο» και «βλάχικο».

Στην εκκλησιαστική μουσική συμβαίνει το ίδιο και ο Κόντογλου πονώντας βαθιά γι᾿ αυτή την κατάντια δεν κρατά το στόμα του κλειστό και έχοντας συναίσθηση της αλήθειας που διατυπώνει δεν φοβάται να την διαλαλήσει ακόμα και αν πολλές φορές χαρακτηρίστηκε ακραίος, σκληροπυρηνικός, ενοχλητικός, ακόμα και αμαρτωλός.

Αναδεικνύει τον χαρακτήρα και υπερασπίζεται την ψαλτική της ορθοδοξίας σε επιστολές προς ιθύνοντες της Εκκλησίας, σε διάφορα άρθρα του στον τύπο και φυσικά και μέσα από το λογοτεχνικό του έργο με σχετικά αποσπάσματα.

Στην συνέχεια θα ήθελα να σας διαβάσω μερικά από αυτά τα αποσπάσματα κατανέμοντάς τα ως εξής:

Α. Ανάδειξη της φύσης και του χαρακτήρα της εκκλησιαστικής μουσικής της ορθοδόξου Εκκλησίας σε σύγκριση και με την εκκλησιαστική μουσική της δύσης η οποία είχε εισχωρήσει στην ορθόδοξη λατρεία.

Β. Εποικοδομητική κριτική για τους ανθρώπους που καλούνται να διαφυλάξουν τον θησαυρό της ψαλτικής.

Στο τέλος θα ήθελα να επιχειρήσω -σε μια Τρίτη ενότητα- να παρουσιάσω αυτά που θα προκαλούσαν σήμερα τον Κόντογλου ώστε να παρέμβει για τον επαναπροσδιορισμό όλων μας στο μέτρο που έχουμε ξεφύγει από την γνήσια ψαλτική  παράδοση.

Α. Σε επιστολή — μελέτη που δημοσιεύθηκε σε τέσσερα τμήματα (Α', Β', Γ, Δ'), στα φύλλα του «Ορθοδόξου Τύπου» στις 20 Μαρτίου, 30 Απριλίου, 20 Μαΐου και 10 Ιουνίου 1969, στην οποία το όνομα του προσώπου στο όποιο απευθύνεται δεν έχει σημειωθεί αλλά ήταν ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (1967—1973), αναφέρει:

«Η μουσική είναι δύο ειδών (όπως και οι άλλες τέ­χνες), κοσμική και εκκλησιαστική. Η κάθε μία απ᾿ αυτές μορφώθηκε από διαφορετικά συναισθήματα και διαφορετικές ψυχικές διαθέσεις και καταστάσεις. Η κοσμική εκφράζει κοσμικά, δηλ. σαρκικά συναισθήματα και πόθους, ας είναι αυτά και πολύ εκλεπτυσμένα πολλές φορές, (ρωμαντικά, αισθηματικά, ιδεαλιστικά κ.λπ.), γιατί, μ᾿ όλα ταύτα, δεν παύουν να είναι σαρκι­κά. Πνευματικά είναι μονάχα τα θρησκευτικά, τα χρι­στιανικά, γι᾿ αυτό κι η Εκκλησιαστική μουσική, εκφρά­ζει άλλες κινήσεις της καρδιάς, ολότελα, διαφορετικές από ό,τι εμπνέει και μορφώνει την κοσμική μουσική, εκφράζει δηλ. συντριβή, ταπείνωση, πόνο και λύπη («την κατά Θεόν λύπην» του Παύλου, «ήτις μετάνοιαν αμεταμέλητον εις σωτηρίαν κατεργάζεται»), ή αίνον, ευχαριστίαν, άγιον ενθουσιασμόν. Ενώ η κοσμική μου­σική, και αν είναι ακόμη και πλέον αγνή, εκφράζει σαρκικά συναισθήματα, ακόμα και όταν την εμπνέει ο πόνος και η θλίψις, «η κατά κόσμον λύπη, κατά τον Παύλον, ήτις θάνατον κατεργάζεται». (Αυτά θα έπρε­πε, πάτερ, να τα διδαχτούν άλλοι από σας και όχι ημείς οι κοσμικοί να γινόμαστε και με ντροπή, συμβουλάτορες των ιερωμένων).

Με αυτόν τον τρόπο μορφωθήκανε τα δυο είδη της μουσικής, η κοσμική, που φέρνει τη συγκίνηση (οποιαδήποτε σαρκική συγκίνηση), και η εκκλησιαστική, που φέρνει την κατάνυξη. Ο Χρυσόστομος μαστιγώνει με ιερή μανία τη θυμελική μουσική, «των εν τοις θεάτροις», «την των μίμων» πού θέλανε να εισάξουν στην Εκκλησία κάποιοι της εποχής του, που αισθανόντανε «κατάνυξη» απ᾿ αυτή, ήγουν ψευτοκατάνυξη. Αλλοίμονο στους κανταδόρους αν φανερωνόταν καμμιά μέ­ρα αυτός ο άγιος σήμερα, (καθώς κι όλοι οι άγιοι).

Στη Δύση υπήρχαν, κατά την παλαιά εποχή, και τα δύο αυτά είδη της μουσικής, όπως στην Ανατολή, και ξεχώριζε καθαρά το ένα από το άλλο. Το ίδιο συνέ­βαινε και στις άλλες τέχνες. Αλλά, με τον καιρό, εξωμοιωθήκανε μεταξύ τους, το profane έγινε ένα με το sacré, ως που συγχωνευθήκανε ολότελα. Και σήμερα, εκτός από κάποια παλαιοφανή μέλη, που συνοδεύον­ται με αρμόνιο, η εκκλησιαστική μουσική, η καθ᾿ αυτό εκκλησιαστική μουσική, χάθηκε από τη Δύση, όπως χάθηκε η λατρευτική εικονογραφία από τον καιρό της Ιταλικής Αναγεννήσεως. Και τώρα, πολλοί δυτικοί, ιε­ρωμένοι και μη, θέλουνε να γυρίσουν πίσω στην κατά παράδοσιν εικονογραφία, και ποθούν, «ως έλαφοι διψώσαι» να έλθουν για να πιουν από τις καθαρές και γνήσιες πηγές».

Από την ίδια επιστολή διαβάζουμε για τον χαρακτήρα της Βυζαντινής μουσικής τα εξής:

«Χαρακτήρ της Βυζαντινής ή λατρευτικής Μουσικής.

Είναι λατρευτικός, λειτουργικός, αναγωγικός, ανάγων δηλ. από σαρκός εις το πνεύμα. Η Ορθόδοξος υμνωδία είναι «μουσικός λόγος». Η μουσική δεν συνο­δεύει τον λόγο, για να τέρψει την ακοήν των ακροατών (οπότε και εξουδετερώνει τον λόγον), αλλά για να τον τονίσει, οπότε η Βυζαντινή μουσική είναι τονισμός του λόγου. Για τούτο είναι και μονοφωνική, καθορίζουσα τις λέξεις σαφώς. Η πολυφωνία (τετραφωνία) είπαμε ότι δεν τονίζει τον λόγο, αλλά τον καταπνίγει. Αυτή είναι η αιτία, που αυτή η μουσική υπάρχει στο μελό­δραμα, επειδή σε αυτό στις όπερες, ο λόγος δεν ενδια­φέρει καθόλου τον ακροατή, γιατί, άλλως τε, είναι όλο έννοιες βλακώδεις και ανόητες, τα λεγόμενα «λιμπρέτα», που και όσοι αγαπούν αυτό το αισθηματικό είδος της μουσικής, κι αυτοί ακόμα δεν αισθάνονται καμμιά όρεξη να ακούσουν τις ανυπόφορες κοινοτοπίες, που λέγει ο ηθοποιός: «Έχω σπαθί στο πλευρόν και εις τον πίλον πτερόν!!» κ.τ.τ. Το ίδιο συμβαίνει και στην Πα­πική εκκλησία. Κι εκεί ο εκκλησιαζόμενος αδιαφορεί για το κείμενο, για τον «λόγο», επειδή του είναι ακα­τανόητο, έτσι κι αλλιώς, άπαξ είναι γραμμένο στα λα­τινικά. Σε μας όμως ο λόγος είναι εκείνος που μας ενδιαφέρει (όπως γράφετε κι εσείς), και η μουσική μας είναι τονισμός του λόγου (κι όχι αυτοτελής, όπως στη Δύση). Σε μας λόγος και μουσική είναι ένα πράγμα».

Στο Ευλογημένο Καταφύγιο παρατίθεται άρθρο του με τίτλο: Η ξενομανία μας, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει: «Η βυζαντινή μουσική είναι, σε πολλά, συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής που διαδόθηκε στην Α­σία με τον Μέγ᾿ Αλέξαντρο. Αυτή τη μουσική πήρα­νε οι φυλές της Ανατολής, οι Μικρασιάτες, οι Σύροι, οι Πέρσες, και προ πάντων οι Άραβες, κι απ᾿ αυτούς την πήρανε οι Τούρκοι, που την παραλλάξανε αναλό­γως τη φυλή τους, και γι᾿ αυτό κάποιοι προκομμένοι από τους φραγκεμένους Έλληνες τη λένε τούρκικη. Η βυζαντινή μουσική είναι η μουσική που έχει ιερότητα και αγιωσύνη και γι᾿ αυτό μ᾿ αυτή μπορεί να προσευχηθεί ο Χριστιανός. Το αίσθημα που νοιώθει όποιος είναι σε θέση να την καταλάβει λέγεται κατά­νυξη. Η βυζαντινή μουσική δίνει τόνο και δυνατόν παλμό στη γλώσσα· οι λέξεις μ᾿ αυτή παίρνουνε την πιο δυνατή έκφρασή τους. Η μουσική αυτή είναι το φυσικό ντύσιμό τους».

Στο άρθρο «Η Αρχαία Μουσική», μέρος Γ΄, Ελευθερία, 22 Σεπτεμβρίου 1957, διαβάζουμε τα εξής:

«Οι Πατέρες της Εκκλησίας εθέσπισαν να ψέλνουνε οι Χριστιανοί στην Εκκλησία μονάχα με τη φωνή, σαν ζωντανά και έμψυχα όργανα, όπως έψελνε ο ίδιος ο Κύριος και οι μαθητές του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Ο Σωτήρ ύμνησεν όπως και ημείς υμνώμεν ομοίως». Οι Αποστολικές διατάξεις απαγορεύουνε στην εκκλησία να παίζουνται όργανα. Από τα χρόνια των Αποστόλων, η ψαλμωδία ήτανε μονόφωνη, -όπως είναι ως τα σήμερα στις εκκλησίες μας, “ομότονος”, όπως λένε στην τεχνική γλώσσα της μουσικής. Η “Δυτική Εκκλησία”, για να κάνη τα χατίρια του κόσμου και για να κολακέψει τα γούστα του, έβαλε όργανα μέσα στην εκκλησιά, παρακούοντας σε όσα θεσπίσανε οι Πατέρες. Οι Δυτικοί το βάλανε στην εκκλησιά γιατί δεν είχανε ιδέα το τι είναι λειτουργική μουσική και τι είναι κοσμική, όπως δεν ξέρανε τι είναι λειτουργική ζωγραφική και τι είναι κοσμική ζωγραφική, ή κάθε άλλη τέχνη που έχει λειτουργικόν χαρακτήρα. Οι Βυζαντινοί όμως ξεχωρίζανε τη μια τέχνη από την άλλη, κι αυτό δείχνει πόσο πιο πνευματικοί ήτανε μπροστά στους Δυτικούς και πόσο αληθινά νοιώσανε το πνεύμα της χριστιανικής θρησκείας».

Από επιστολή του στο Μητροπολίτη Λαοδικείας, που δημοσιεύτηκε στην Κιβωτό και στο περιοδικό Εφημέριος σε διαφορετικές χρονολογίες, διαβάζουμε: «Ό,τι είναι η ορθόδοξος αγιογραφία εν συγκρίσει προς την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως, τουτ’, αυτό είναι και η Βυζαντινή μουσική εν συγκρίσει προς την Δυτικήν».

Από το περιοδικό Κιβωτός του 1952 και από άρθρο του με τίτλο Η ελληνική κιβωτός και τα σκουλήκια που την τρώνε διαβάζουμε τα εξής για την βυζαντινή μουσική: «Το μέλος της δεν είναι ανόσιο, επιδεικτικό, απελπιστικό, κούφιο, άνοστο, άσκοπο, αλλά είναι πράο, ταπεινό, γλυκύ με στυφότητα, γεμάτο συντριβή και έλεος, δίνει δόξα πνευματική ανέσπερη στις ψυχές που αξιωθήκανε την αθανασία των μυστηρίων και την ευσπλαχνία του Θεού. Εκφράζει ευχαριστία, κάνει να πηγάσουνε δάκρυα ευγνωμοσύνης και χαράς πνευματικής. Η μουσική αυτή είναι η πιο άμεση, η πιο ζεστή κι η πιο συνοπτική έκφραση του θρησκευτικού αισθήματος του πιστού λαού μας».

Β. Ο Κόντογλου όμως δεν περιορίζεται στα γραπτά του στην θεωρητική διατύπωση της γνησιότητας της βυζαντινής μουσικής για την ορθόδοξη λατρεία αλλά αναδεικνύει και την αμαρτωλή παθογένεια της εποχής που κάθε τι το γνήσια ελληνικό το θεωρεί βλάχικο και ξεπερασμένο και φυσικά και την πατροπαράδοτη εκκλησιαστική μουσική. Δεν διστάζει να πει και να γράψει για πρόσωπα της Εκκλησίας τα οποία κατά τα πεπραγμένα τους και με την αδιαφορία τους δείχνουν να μην αγαπούν την βυζαντινή μουσική. Αντίθετα φέρονται να πηγαίνουν με την μόδα της εποχής που ήθελε κάθε τι ξενόφερτο να αντικαθιστά καθετί γνήσιο και αγιασμένο στην ορθόδοξη λατρεία. Εκείνη την εποχή, και ενώ υπήρχαν αξιόλογοι ψάλτες, Επίσκοποι και κληρικοί επηρεασμένοι από το γενικότερο πνεύμα πιθηκισμού -σε ό,τι αφορά την δύση και τον πολιτισμό της- προτιμούν να ακούγονται στις εκκλησίες οι ψαλμοί επενδυόμενοι με τετραφωνίες και δυτικότροπα μοτίβα από την αγνή απλή και αγιασμένη αύρα του βυζαντινού ακούσματος. Ο Κόντογλου δεν χαρίζεται σε κανέναν, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους, κάτι που σπάνια συμβαίνει στον χώρο της Εκκλησίας τη σύγχρονη εποχή. Όπλο του η αλήθεια και η καθαρότητα του πνεύματός του και των πράξεων του, που του επέτρεπαν να μην φοβάται ανθρώπινη εξουσία.

Στο σημείο αυτό θα διαβάσω -σύμφωνα και με το προηγηθέν σχεδίασμα- αποσπάσματα απευθυνόμενα σε ανθρώπους που ενώ θα έπρεπε να υπηρετούν την πατρώα μας μουσική εκείνοι την έχουν παραπεταμένη.

Απευθυνόμενος στον τότε αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη, τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών, του γράφει με παρρησία τα εξής: «Όσα γράφετε, έχω την ιδέα πως σας τα εμπνέει η αγάπη που αισθανόσαστε στο κοσμικό πνεύμα, στο πνεύμα που σας δηλητηρίασε τον καιρό που σπουδά­ζατε στην Ευρώπη, και που μένει μέσα σας. Γιατί, αλλιώς, αν πάρουμε σαν βάση κι αυτά ακόμα που λέ­τε παραπάνω στη σελ. 43 (και που σας είπα πως δεν τα παραδέχομαι καθόλου), κι αυτά λοιπόν αν τα πάρουμε σαν βάση, σας ρωτώ: Γιατί, άπαξ είναι έτσι τα πρά­γματα, εσείς, ο Έλλην Ορθόδοξος, δεν κατανύγεσθε με την Ελληνική εκκλησιαστική μουσική, που την ακούσατε από παιδί, με την οποία συνδέετε την πρώ­τη γεύση που πήρατε από τη θρησκεία κι από την εκκλησία, που είναι τέλος πάντων και αυτή καθ᾿ εαυτήν λειτουργική, λατρευτική, αλλά προτιμάτε την ευρωπαϊκή τετραφωνία που εκτός του ότι είναι ξένη, θεατρική, θυμελική, δεν είναι καν σημερινή, αλλά παλιωμένη, ντεμοντέ, όπως οι κορσέδες που φορούσανε οι γιαγιάδες μας; Γιατί; Γιατί, ανάμεσα σε δύο πρά­γματα, που δεν έχουν για σας ουσιαστική σημασία, αλλά είναι συμβατικά, γιατί, λέγω, μεταξύ αυτών των δυο, ή, καλύτερα, απ᾿ αυτά τα δυο, δεν προτιμάτε την Ελληνική μουσική, αυτή, τέλος, που την είπανε Ελλη­νική, και πού την ακούγανε στην εκκλησιά οι προγο­νοί μας επί αιώνες, που και προσευχόντανε μ᾿ αυτή, και μάλιστα όχι σε καιρούς σαν τους δικούς μας, που η ψυ­χή μας δεν πονεί και δεν κλαίει, όπως γινότανε κάτω από τη σκλαβιά του Τούρκου; Γιατί; Γιατί προτιμούμε τα πράγματα, που τρέφουν την ματαιοδοξίαν μας, τα πράγματα που είναι του γούστου “της καλής κοι­νωνίας”, κι αυτά είναι τα “ευρωπαϊκά”».

Από το βιβλίο Μυστικά Άνθη των εκδόσεων Αστήρ διαβάζω σχετικό απόσπασμα από κείμενο με τίτλο: Βυζάντιο και παράδοση. Τα θέλουμε, ή δεν τα θέλουμε;

«Το κακό έχει τη ρίζα του στην Εκκλησία. Η Εκκλησία αδιαφορεί για τις εκκλησιαστικές τέχνες, δεν δίνει καμμιά σημασία στο πώς πρέπει να ψέλνουνε στους ναούς μας, στο πώς πρέπει να χτίζουνται και να ζωγραφίζουνται οι οίκοι του Θεού. Αφήνω το πώς πρέπει να γίνουνται τα άμφια και τα σκεύη της εκκλησιάς. Καμμιά φροντίδα! «Ου φροντίς Ιπποκλείδη». Δεν πάνε να γίνουνται όπως θέλει ο καθένας. Την πρωτοβουλία την έχει αφήσει στους κληρικούς, που είναι προϊστάμενοι στους ναούς, καθώς και στους επιτρόπους. Αυτοί αποφασίζουνε ποιον ψάλτη θα πάρουνε, ποιον αγιογράφο θα προτιμήσει το γούστο τους, ποιος αρχιτέκτονας θα χτίσει την εκκλησιά, ποιος μαρμαράς ή ξυλογλύπτης θα κάνει το τέμπλο, τα παγκάρια, τα προσκυνητάρια, το δεσποτικό, τον επιτάφιο. Κι αν βγάλεις πάλι κατά μέρος λιγοστούς απ  αυτούς, που, δόξα νάχει ο Κύριος, υπάρχουνε κι αυτοί στον τόπο μας, οι άλλοι έχουνε συχνά τέτοιον εγωισμό, που τα ξέρουνε όλα: μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, και μ᾿ αυτά τα εφόδια καταφέρνουνε να κάνουνε τέτοια βαναυσουργήματα, που να πιάνει απελπισία τον άνθρωπο, και βαθειά μελαγχολία για τη φυλή μας, βάζοντας με τον νου του σε τι ξεπεσμό βρίσκεται. Έχω ακούσει τέτοιες παραδοξολογίες για τα ζητήματα της τέχνης από τους ανθρώπους, που κρίνουν κι αποφασίζουν πώς θα ζωγραφισθεί η εκκλησία που τους έχει παραδοθεί, η ποιον ψάλτη θα διορίσουνε, που θ᾿ απορήσετε αν έγραφα κάποιες απ᾿ αυτές τις ανεύθυνες «γνώμες», και θα με λέγατε μεγαλομάρτυρα, που αληθινά μαρτύρησα για το έρμο αυτό Βυζάντιο. Η δραστηριότητά τους βρίσκεται στο αποκορύφωμα, κάθε χρόνο, προ πάντων τούτες τις μέρες, από τους Χαιρετισμούς ως το Πάσχα. Εκείνοι οι Χαιρετισμοί έχουνε γίνει βαρκαρόλες και τραβιάτες, γιατί καιροφυλαχτούνε κάποιοι λιμοκοντόροι κανταδόροι για να επιδείξουνε τις αγριοφωνάρες τους, και βγάζουνε κάτι τέτοιες στριξιές και μουγκρίσματα, που κι η Παναγία τρομάζει από τη «σεμνή και ελληνοπρεπή» εκείνη μουσική. Τώρα, τι σχέση έχει αυτή η μουσική με τα αρχαία ελληνικά λόγια των ύμνων, όπως είναι π.χ. το «Νηδύϊ τον Λόγον υπεδέξω» κλπ., τούτο είναι πράγμα που γι᾿ αυτό δεν σκοτίζεται κανένας. Η εκείνο το «Τη υπερμάχω», που θαρρείς πως το λένε Ναπολιτάνοι, που τραγουδάνε μέσα σε καμμιά ανεμότρατα! Τι έμορφη Ελλάδα! Τι βυζαντινή Ελλάδα που κάναμε, να μην αβασκαθούμε! Αυτά κι αλλά δεινά, μαζί με τη φρικτή ακαλαισθησία που έχουνε οι εικόνες (οι περισσότερες φράγκικες Γενοβέφες της πεντάρας), τα προσκυνητάρια, τα τέμπλα, όλα μαζί σαν να λένε πως οι εκκλησιές είναι ένα άφραγο αμπέλι για το κέφι του κάθε επίτροπου η ιερωμένου.

Φταίει όμως κατά πρώτο η Εκκλησία. Γιατί τ᾿ αφήνει όλα στη διάθεσή τους; Τι ξέρουνε αυτοί οι άνθρωποι από τέχνη; Καλοί και χρήσιμοι είναι στο να συνάζουν χρήματα και να περιφρουρούν τα συμφέροντα του ναού τους. Από κει και πέρα είναι δουλειά αλλουνών, που έχουνε τη γνώση, την πείρα και τη διάθεση για να υπηρετήσουνε αληθινά και σωστά την εκκλησία, ώστε τα χρήματα να μην ξοδεύουνται για να την ασχημίσουν, αλλά για να χρησιμεύουνε για την πραγματική ευπρέπειά της. Ανατριχιάζει κανένας βλέποντας να πληρώνουνται κάποιοι κακοτέχνες, ζωγράφοι και ψαλτάδες, για να παραμορφώσουνε την όψη και τη λατρεία στις εκκλησιές μας, ενώ παραγκωνίζονται κάποιοι άλλοι άξιοι και σπουδαίοι, που θα τις ομόρφαιναν, μόνο και μόνο, γιατί έτσι το θέλουνε οι αντιπρόσωποι της Μητροπόλεως η της Αρχιεπισκοπής».

Επίσης  σε απάντησή του στον Μητροπολίτη Λαοδικείας αναφέρει:

«Σεβασμιώτατε Δέσποτα,

Θλίψις και βαρύτατη αθυμία με κατέλαβεν όταν μου ανέγνωσεν ευλαβής φίλος το υπόμνημά σας περί εκκλησιαστικής μουσικής το δημοσιευθέν εις το περιοδικόν «Ορθοδοξία». Ούτε ο θάνατος φιλτάτου προσώπου δεν θα με επίκραινε τόσον σκληρώς, όσον με έθλιψεν αυτό το υπόμνημα , διότι δι’ εμέ είναι προμήνυμα καταστροφής της ιεράς ημών παραδόσεως, εν τη οποία «ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν.» Αλλοίμονον! Η πολυπαθής αυτή παράδοσις, η οποία διέσωσε την μορφήν της ορθοδόξου λατρείας, δηλαδή αυτήν ταύτην την ουσίαν της Ορθοδόξου πίστεως, απτοποιημένην διά μέσου των ιερών τεχνών και των συμβόλων, αυτή λοιπόν η πολυπαθής ΙΙαράδοσις  επέπρωτο να νομίζεται εν τέλει  εμπόδιον από την ιδίαν  Εκκλησίαν εις την τάχα προσαρμογήν αυτής εις τους  σημερινούς  όρους  ζωής! Αι  κοσμικαί σκοπιμότητες επηρέασαν τόσον την διάνοιαν των τεταγμένων εις την φύλαξιν  των ιερών και οσίων,  ώστε  να  προτείνουν τοιούτους νεωτερισμούς; ΙΙαραχωρήσεις της Ανατολής προς την Δύσιν, του φωτός προς την ομίχλην; Πού είναι οι νέοι Μάρκοι Ευγενικοί! Γυναίκες να τραγουδούν εις τας εκκλησίας μας! Δεν βλέπετε ότι ο αποκλεισμός των από τον χορόν ήτο πράξις συνειδητή εκ μέ­ρους λαού του οποίου ο χαρακτήρ υπήρξε πάντοτε κατ’ εξοχήν αρρενωπός και σεμνός;

Επιτρέψατέ μου, Σεβασμιώτατε, να έχω τήν γνώμην ότι η ποιότης του Ορθοδόξου αισθήματος είνε εντελώς άλλης φύσεως από της δυτικής ή προτεσταντικής Εκκλησίας. Πώς λοιπόν δύναται να γίνει εμβολιασμός της μυστικής και λειτουργικής μουσικής μας από την αισθητικήν και αισθηματικήν ευρωπαϊκήν μουσικήν; «Τις κοινωνία φωτί προς το σκότος; τις δέ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ; ή τις μερίς πιστώ μετ’ απί­στου; τίς δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων;» Η τέχνη της Ευρώπης είνε εκδήλωσις σαρκικής ζωής  και ουχί πνευματικής…».

Γ. Ας έρθουμε όμως στο σήμερα… Άραγε, αν σήμερα ζούσε ό Κόντογλου τι θα έγραφε και σε ποιους; Πιστεύω προσωπικά ότι θα έγραφε τα ίδια στους ίδιους με μερικές διαφορές που αξίζει να τις αναφέρουμε χωρίς φόβο και πάθος.

Όσον αφορά την ξενομανία της εποχής εκείνης με την εισχώρηση της ευρωπαϊκής μουσικής στις εκκλησίες αυτή σήμερα υπάρχει αλλά σε ελάχιστο βαθμό. Από την δεκαετία του 80 με την συνολικότερη στροφή στα νάματα της πατερικής θεολογίας πολλά δάνεια από την Ευρώπη περιορίστηκαν. Αυτό ο Κόντογλου θα τα επιδοκίμαζε με ιδιαίτερη χαρά. Δυστυχώς όμως  στην θέση της ξενομανίας θα διέκρινε έναν στείρο εξορθολογισμό της πατρώας μουσικής που την καθιστά αδύναμη να υπηρετήσει τον λόγο. Η ψαλτική σήμερα δεν κατανοείται ως αφηγηματική τέχνη της σωτηρίας, αλλά ως μια υπηρεσία μουσικών φθόγγων και διαστημάτων. Έτσι όλο και σπανίζουν οι ψάλτες με ύφος και σοβαρότητα που να αποδίδουν τα νοήματα των λέξεων. Σήμερα ο Κόντογλου θα έγραφε για την προχειρότητα των εκτελέσεων, ακόμα και αν αυτές είναι μουσικά εκλεπτυσμένες αλλά δυστυχώς με στόχο -πολλές φορές- την αυτοπροβολή προσώπων και όχι την προβολή της σωτηρίας όλων. Η ποσότητα ψαλτών, χωρίς καμμιά μέριμνα για την ποιότητα, θα τον βασάνιζε και θα τον έκανε να διαμαρτυρηθεί  γι᾿ αυτό. Σε ποιους θα διαμαρτυρόταν; Μα φυσικά στους ίδιους που διαμαρτύρονταν και τότε, δηλαδή στην επίσημη Εκκλησία αλλά και στους ιεροψάλτες που θα περίμενε κανείς να έχουν ουσιαστικότερο ρόλο στην ανάδειξη της ψαλτικής ως λειτουργικής τέχνης.

Σήμερα, αν θέλουμε να μιλήσουμε με αλήθειες, αρκετοί Επίσκοποι και ιερείς δεν αγαπάνε την ψαλτική αλλά ούτε και τους ψάλτες. Μάλιστα αρκετές φορές τους βλέπουν ανταγωνιστικά κάτι που εξηγείται από τις επιλογές τους -για τις οποίες δεν δίνουν λογαριασμό και σε κανέναν- να έχουν ψάλτες χαμηλού επιπέδου -ακόμα και σε μεγάλες ενορίες, ίσα που να μπορούν να τελούν την Θεία λατρεία. Μάλιστα υπάρχει και δικαιολογία-ηθικολογία ότι αυτή η κατάσταση ενισχύει δήθεν την απλότητα και την ταπεινότητα στην Εκκλησία. Λέγοντας όμως αυτό είναι σα να μην συμφωνούν με τον ίδιο τον Χριστό που δεν λυπήθηκε το μύρο που του άλειψε στα πόδια του η γυναίκα αλλά και με όλη την πολιτισμική ανάπτυξη κατά την μακραίωνη πορεία της Εκκλησίας.

Ο Θεός δεν έχει ανάγκη το όμορφο των ανθρώπων αλλά αυτοί, για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους προς τον Δημιουργό που τα πάντα εν σοφία και αρμονία εποίησεν. Με τις ιερές τέχνες αυτή την ανάγκη καλύπτουμε και γι᾿ αυτό θα πρέπει να έχουμε απαίτηση για το άριστο χωρίς αυτό να συνδέεται με κανενός είδους πολυτέλεια.

Ο Κόντογλου θα πρότεινε σε όλους τους υπευθύνους να πάψουν να φέρονται εγωιστικά, λες και αυτοί είναι ο ίδιος ο Χριστός, και να σεβαστούν την Παράδοση της Εκκλησίας. Θα έγραφε και σε κάποιους από μας τους ιεροψάλτες ζητώντας μας να ξεφύγουμε από την ελάσσονα προσπάθεια και να πάμε στην μέγιστη, αναζητώντας την ουσία της διακονίας μας όπως την εκθέτει και πιο πάνω. Να σταματήσουμε να ψάλλουμε για τίτλους και δόξες (αυτές μας τις παρέχουν απλόχερα -αρκεί να μας συμπαθούν- ειδικά αφού δεν στοιχίζουν...) και να συγκεντρωθούμε στην ουσία της ψαλτικής που είναι η συνεισφορά της στην σωτηρία των πιστών.

Σήμερα η ψαλτική μπορεί και πρέπει να προστατευθεί και να αναδειχθεί από τους φορείς της, που είμαστε κυρίως εμείς οι ιεροψάλτες, αρκεί να την αγαπάμε και όχι να την εκμεταλλευόμαστε. Θα μπορούσα να πω και άλλα… Αλλά καλύτερα ας μείνουμε σε αυτά για να μην χάσουμε και την ουσία της σημερινής παρουσίας μας.

Πιστεύω να συνέβαλα να κατανοήσετε ότι ο Κόντογλου αγάπησε και μάτωσε για την τέχνη της ψαλτικής. Μακάρι και εμείς να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2011/12/blog-post_17.html

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/fwths_kontogloy/byzantio_kai_paradosh.htm

http://www.symbole.gr/component/content/article/73-mthhip/901-fapko

http://analogion.com/forum/showthread.php?t=15993&highlight=%EA%EF%ED%F4%EF%E3%EB%EF%F5&page=2

http://analogion.com/forum/showthread.php?t=25435&highlight=%EA%EF%ED%F4%EF%E3%EB%EF%F5&page=2

https://www.youtube.com/watch?v=CEXZgyJOez4

--------------------

* Εισήγηση στην επιμορφωτική ημερίδα-συνάντηση των θεολόγων του ν. Ρεθύμνου, η οποία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018, στην αίθουσα «Πατριάρχης Βαρθολομαίος» της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, στο Ρέθυμνο.

Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 22 Ιούνιος 2018 21:29  

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση